Ελληνικά Παραδοσιακά Τραγούδια του Πόντου

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Γράφει ο Ανδρέας Χανιώτης, Μουσικός – Απόφοιτος Τμήματος Μουσικών Σπουδών ΕΚΠΑ

Yπάρχουν διάφοροι τρόποι να κατηγοριοποιηθούν τα παραδοσιακά τραγούδια της κάθε περιοχής. Στο παρόν άρθρο παρατίθενται ένα μέρος από Ποντιακά τραγούδια, όπως καταγράφτηκαν και μεταφράστηκαν στην συλλογή του Σ. Ευσταθιάδη με τίτλο “Τραγούδια του Ποντιακού Λαού”, των εκδόσεων Κυριακίδη. Ακολουθείται ο διαχωρισμός που έκανε ο συγγραφέας του βιβλίου, ο οποίος βασίζεται στο νόημα των στίχων του κάθε τραγουδιού. Γίνεται λόγος λοιπόν για τραγούδια που δίνουν α) μυνήματα ζωής, β) εθνικά σαλπίσματα, γ) που παρουσιάζουν την φύση και τη ζωή και δ) χαρές και συγκινήσεις. Βέβαια, στο βιβλίο του κ. Ευσταθιάδη υπάρχουν πολλά περισσότερα τραγούδια και κατηγορίες, καθώς εδώ παρουσιάζουμε εκείνα των οποίων έχουν αναρτηθεί οι εκτελέσεις στο διαδίκτυο.

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΖΩΗΣ

1) ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ
ΤΗΣ ΤΡΙΧΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡ’

Στίχοι:

Ακεί πέραν σό Δρακολίμν’, σης Τρίχας το γεφύριν,
χίλιοι μαστόρ’ εδούλευαν και μύριοι μαθητάδες.
Όλεν τ’ ημέραν έχτιζαν, τη νύχταν εχαλάουτον.
Οι μάστοροι εχαίρουσαν, θε να πλεθύν’ η ρόγα,
οι μαθητάδες έκλαιγαν, τσί κουβαλεί λιθάρια;
Κι ατός ο πρωτομάστορας νουνίζ’ νύχταν κι ημέραν.
– Ντο δεις με πρωτομάστορα και στένω το γεφυρι σ’;
– Αν δίγω σε τον κύρη μου, άλλον κύρην πα ‘κ’ έχω!
– Ντο δεις με πρωτομάστορα και στένω το γεφύρι σ’;
– Αν δίγω σε την μάνα μου, άλλο μάνα πα ‘κ’ έχω!
– Ντο δεις με πρωτομάστορα και στέκει το γεφύρι σ’;
– Αν δίγω σε τ’ αδέλφια μου, άλλ’ αδέλφια πα ‘κ’ έχω!
– Ντο δεις με, πρωτομάστορα, σταλίζω το γεφύρι σ’;
– Αν δίγω σε και τα πουλιά μ’, άλλο πουλιά πα ‘κ’ έχω!
– Ντο δεις με πρωτομάστορα, στερένω το γεφύρι σ’;
– Αν δίγω σε την κάλη μου, καλύτερον ευρήκω!
Μένει και λέει την καλήν ατ’, αγλήγορα να ερται.
‘Κόμαν τον Γιάννεν ‘κ’ έλουσεν και σο κουνίν ‘κ’ εκέθεν,
‘κόμαν τα χτήνια ‘κ’ έλμεξεν, τα μουσκάρια ‘κ’ εδέκεν,
διπλομενεί την έρημον με τ’ άοικον πουλόπον.
Σάββαν να παέι σο λουτρόν, την Κερεκήν σον γάμον
και την Δευτέρα τον πουρνόν αδά να ευρισκάται.
Σάββαν επήγεν σο λουτρόν, την Κερεκήν σον γάμον,
και την Δευτέραν τον πουρνόν σο Δρακολίμν’ ευρέθεν.
Καλήν μ’, ακεί σο Δρακολίμν’ ερρούξεν το σκεπάρι μ’,
αν βουτάς κι εσύ παίρ’ τς ατό, είσαι τ’ εμόν η κάλη.
Πέντε οργέας κατηβαίν’ και με την τραγωδίαν,
κι άλλα πέντε ξαν κατηβαίν’ με την μοιρολογίαν.
– Κι άρ’ κι πονώ τα κάλλια μου κι ‘αρ’ κι πονώ τη νέτε μ’,
πονώ και κλαίω το πουλί μ’, ντ’ εφέκα κοιμισμένον.
Πώς τρομάζνε τα γόνατά μ’, να τρομάζ’ το γεφύρι σ’
κι άμον ντο σείουν τα μαλλιά μ’, να σείουν σείουν οι διαβάτοι,
κι άμον ντο τρέχνε τα δάκρυά μ’, να τρέχει το ποτάμι.
– Ευχέθ’, καλή μ’, ευχέθ’, καλή μ’, ευχέθ’, μή καταράσαι,
αδέλφια έεις σην ξενιτειάν, έρχουνταν και διαβαίνε.
– Κι αμόν ντο στέκν’ τα γόνατα μ’, να στέκ’ και το γεφύρι
κι αμόν ντο στέκνε τα μαλλιά μ’, να στέκνε οι διαβάτοι,
κι αμόν ντο στέκνε τα δάκρυά μ’, να στέκει το ποτάμι.
Τρί’ αδέλφια έμνες εμείς κι οι τρεις καταραμένοι,
είνας έχτσεν την Άδεσαν κι άλλε το Δεβασίριν
κι εγώ η τρισκατάρατος της Τρίχας το γεφύριν.

Από το βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.
ΤΗΣ ΤΡΙΧΑΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ

Mετάφραση:

Στη Δρακολίμνη πέρα εκεί, στης Τρίχας το γεφύρι,
χίλιοι μαστόροι δούλευαν και μύριοι μαθητάδες.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν.
Και τα μαστόρια χαίρονταν, θε ν’ αυξηθεί ο μισθός
κι οι μαθητάδες κλαίγανε! Ποιός κουβαλάει πέτρες;
Μονάχα ο πρωτομάστορας όλο και συλλογιέται.
– Τί δίνεις πρωτομάστορα, να στήσω το γεφύρι;
– Αν σου δώσω τον κύρη μου, δεν θα ‘χω άλλον κύρη.
– Τί δίνεις πρωτομάστορα, να στήσω το γεφύρι;
– Αν σου δώσω τη μάνα μου, δεν θα ‘χω πια μανούλα.
– Τί τάζεις πρωτομάστορα, για να σταθεί το έρμο;
– Τάζοντας σου τα αδέρφια μου, χωρίς αδέρφια θα ‘μαι.
– Και τί μου δίνεις μάστορα, να σου το στερεώσω;
– Αν δώσω τα παιδάκια μου, δεν θα ‘χω πια παιδάκια.
– Αν την καλή μου δώσω εγώ, καλύτερη θε να βρω.
Της στέλνει μήνυμα και λέει γοργά – γοργά για να ‘ρθει.
Τον Γιάννη της δεν έλουσε, στην κούνια δεν τον πήγε,
τ’ αγελάδια δεν άρμεξε, δεν βύζαξαν οι μόσχοι,
στέλνει μήνυμα δεύτερο με τ’ αγριοπουλάκι.
Σάββατο ας πάει στο λουτρό, την Κυριακή στο γάμο
και τη Δευτέρα το πρωί στης Τρίχας το γεφύρι.
Σάββατο πήγε στο λουτρό, την Κυριακή στο γάμο,
και τη Δευτέρα το πρωί πήγε στη Δρακολίμνη.
– Στη Δρακολίμνη μου ‘πεσε, καλή μου, το σκεπάρνι,
αντάξια γυναίκα μου θα ‘σαι, αν μου το φέρεις.
Πέντε οργιές στο βάραθρο βουτάει τραγουδώντας
κι άλλες τόσες κατέβηκε πικρομοιρολογώντας.
– Τα κάλλη και τη νιότη μου διόλου δεν τα λυπάμαι,
πονώ, κλαίω το βρέφος μου, που τ’ άφησα στην κούνια.
Όπως τρέμουν τα πόδια μου, να τρέμει το γιοφύρι
κι όπως μου σειούνται τα μαλλιά, να σειούνται κι οι διαβάτες
και πώς τρέχουν τα δάκρυα μου, να τρέχει το ποτάμι.
– Ευχήσου βρε γυναίκα μου, μην καταριέσαι, σκέψου,
αδέλφια έχεις στην ξενιτιά, θα ‘ρθουν και θα διαβούνε.
– Το πώς στέκουν τα πόδια μου, έτσι και τούτο ας στέκει
κι όπως μου στέκουν τα μαλλιά, να σταθούν κι οι διαβάτες
κι όπως μου στέκουν τα δάκρυά μου, να σταθεί το ποτάμι.
Τρεις αδελφάδες είμαστε, κι οι τρεις καταραμένες,
η μια έχτισε την Άδεσα κι η άλλη το Διαβασίρι,
κι εγώ η τρισκατάρατη της Τρίχας το γεφύρι.

 

 

 

Μετάφραση στίχων: Από το έργο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

Σχόλια:

Ο ρυθμός του τραγουδιού είναι διπάτ. Είναι από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα ποντιακά τραγούδια, παίζεται με λύρα όπως τα περισσότερα. Οι στίχοι του μιλάνε για μια ανθρωποθυσία: πρέπει ο πρωτομάστορας ενός γεφυριού να χτίσει μέσα σε αυτό τη γυναίκα του. Αλλιώς το γεφύρι δεν στεριώνει.

Τέτοιες θυσίες ήταν γνωστές στην Αρχαία Ελλάδα. Παράδειγμα τέτοιο είναι η θυσία της Ιφιγένειας από τον Αγαμέμνονα στο βωμό της θεάς Αρτέμιδας. Αυτή η πράξη ζητήθηκε από τους Θεούς για να φυσήξει ευνοϊκός άνεμος και να μπορέσουν οι Ατρείδες να πλεύσουν στην Τροία. Το θυσιαζόμενο πρόσωπο έπρεπε να είναι αγαπημένο. Έτσι εξασφαλιζόταν η Θεία βοήθεια σε έναν εθνικό ή κοινωνικό αγώνα.

Αυτή η συνήθεια δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ούτε με ορθολογική σκέψη, ούτε με τυχαία συμβάντα. Είναι σαν να ζητάει ο άνθρωπος εξιλέωση από το Θεό. Το κάνει στερούμενος αγαπημένα κοντινά πρόσωπα. Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο – όπως διαβάζουμε στον Όμηρο – αποκτά δικαίωμα “αμοιβής” από τις ουρανιες δυνάμεις, κατά μία έννοια υποχρεώνει τον Θεό να τον ευεργετήσει.

Όταν διαδόθηκε ο Χριστιανισμός, έρχεται τέρμα στο έθιμο αυτό με την Σταύρωση του Χριστού. Θεωρείται ότι έχει πια αποκατασταθεί οριστικά η σχέση Θεού και Ανθρώπου. Όλοι πια σώζονται πια μόνο με την πίστη τους στο Θεό. Όμως, οι ανθρωποθυσίες συνεχίζονται και στην μετά Χριστόν εποχή. Αυτό αποδεικνύεται από αποφάσεις που έλαβε η Επίσημη Εκκλησία εναντίον αυτής της συνήθειας: στον κώδικα υπ’ αριθμόν 59 της Μονής Βλατάδων Θεσσαλονίκης (16ος αιώνας), ορίζεται σαφώς ότι αν κάποιοι χτίσουν άνθρωπο σε οικοδομή θεωρούνται φονιάδες. Καθοδηγούνται έμμεσα – με αυτόν τον κώδικα – οι υπόλοιποι άνθρωποι, να εναντιωθούν σε μια τέτοια ενέργεια και αν είναι αναγκαίο να θάψουν ζωντανούς τους χτίστες που θα αποπειραθούν να χτίσουν άνθρωπο σε οικοδομή. Έχει απομείνει κάτι από αυτό το έθιμο ως σήμερα: ενίοτε σφάζεται πετεινός στα θεμέλια κτιρίου, πριν ξεκινήσουν οι εργασίες.

Είναι ορισμένες ενδιαφέρουσες προεκτάσεις που έχει αυτός ο μύθος. Προεκτάσεις ηθικές, κοινωνικές και ψυχολογικές με διαχρονική αξία. Τα μεγάλα έργα ζητούν μεγάλες θυσίες. Γίνονται μόνο από εκείνους που μπορούν να δείξουν αυταπάρνηση. Η λαϊκή αντίληψη θέλει την ανθρωποθυσία για να χτιστεί το γεφύρι, διότι έτσι το κτίσμα αποκτά ψυχή, γίνεται αθάνατο. Ακόμα κι αν ο πρωτομάστορας – ο οποίος καλείται να θυσιάσει τη γυναίκα του – διαφωνεί με αυτήν την άποψη, την δέχεται για χάρη της πλειοψηφίας. Σκέφτεται το κοινό καλό και υποκύπτει.

Πολλά μπορούμε να πούμε για την αρχική πατρίδα του τραγουδιού αυτού, καθώς συναντάται παραλλαγμένο σε διάφορες περιοχές. Είναι γνωστό στην ευρύτερη περιοχή της Μικρασίας, στην Βαλκανική χερσόνησο, στην Κύπρο και υπάρχουν γνωστές Σέρβικες και Βουλγάρικες εκδόσεις του. Βασική του και πολύ γνωστή παραλλαγή είναι αυτή που συναντάμε στην Ήπειρο: της Άρτας το γιοφύρι.

Υπάρχουν δυο διαφορετικές γενικές θεωρίες σχετικές με την δημιουργία ενός δημώδους άσματος. Η πρώτη είναι της “μονογενέσεως”: το δημιούργημα έχει αφετηρία έναν τόπο και η διάδοση γίνεται από πλανόδιους μουσικούς. Το αποτέλεσμα είναι να σωθεί με διαφορετικές διαλέκτους σε διάφορα μέρη, όπως επίσης και με μελωδικές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή. Η δεύτερη είναι της “πολυγενέσεως”: σε περιοχές με παρόμοιες ανάγκες και προβήματα δημιουργούνται τραγούδια με παρόμοιους στίχους.

Ένα ερώτημα που δημιουργείται είναι ποιά θεωρία είναι η πιθανότερη για την γέννηση του εν λόγω τραγουδιού. Ενδιαφέρον έχει η τοποθέτηση ορισμένων ερευνητών σχετικά με την αρχική προέλευση του άσματος. Οι Ν. Πολίτης και G. Cocchiara πιστεύουν ότι αυτό προέρχεται από τον Ελλαδικό χώρο, ενώ ο L. Vargyas θεωρεί ότι ανήκει στην περιοχή του Καυκάσου.

Για να πλησιάσουμε την αλήθεια καλό είναι να έχουμε υπόψη τα εξής: Σε καμμία παραλλαγή δεν έχουμε την πληρότητα της ποντιακής έκδοσης. Ακόμα, από τα αρχαία χρόνια έχει μείνει ένας ελληνικός μύθος: το Τρίχινο Γεφύρι του Άδη με τους ποταμούς Αχέροντα, Κωκυτό και Πυριφλεγέθονα. Σχηματίζεται μια γέφυρα με τρεις καμάρες, μια για κάθε ποτάμι. Όταν οι ψυχές που είναι καθ’ οδόν για τον Άδη περνάνε πάνω από το Τρίχινο Γεφύρι, αυτό τρίζει και πολλές ψυχές πέφτουν και χάνονται. Αντίστοιχος μύθος θα εμφανιστεί σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς πολύ αργότερα. Ο τίτλος της Ποντιακής παραλλαγής (τρίχας γεφύρ’) παραπέμπει σε αυτόν τον αρχαίο μύθο απευθείας.

Από τις πιο γνωστές παραλλαγές είναι “Της Άρτας το γιοφύρι”. Ας μιλήσουμε λίγο για κάποιες διαφορές που είχαν μεταξύ τους οι δυο γέφυρες, της Άρτας και του Πόντου: Στην Άρτα έχουμε τρεις καμάρες, μεγαλύτερο μήκος και πλάτος και μπορούν να διέλθουν και τροχοφόρα, σε αντίθεση με τον Πόντο όπου το μήκος είναι μόνο τριάντα μέτρα και το πλάτος ένα μέτρο. Υπάρχει επίσης μόνο μια καμάρα και η διέλευση γίνεται μόνο από πεζούς με πολλή προσοχή. Ακόμα, η κατασκευή του είναι με το σύστημα “τοξοειδών δια σφηνών γεφυρών”, τεχνική που εφαρμοζόταν τον 6ο π.Χ. αιώνα. Όλα αυτά μας κάνουν να σκεφτούμε ότι το Ποντιακό γεφύρι είναι παλαιότερο.

Το γεφύρι της τρίχας είναι αντικείμενο διεκδίκησης από διάφορες περιοχές του Πόντου. Πιθανότερη τοποθεσία θεωρείται μια περιοχή αριστερά του δημόσιου δρόμου Τραπεζούντας – Ερζερούμ, περίπου 18 χλμ από την Τραπεζούντα. Είναι η θέση Μιχιρτζή-Γεσίρογλου. Ο ποταμός λέγεται Πυξίτης.

Δεν μπορούμε να παραλείψουμε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την στάση των πρωτομαστόρων στις διάφορες παραλλαγές του τραγουδιού. Στην Κυπριακή παραλλαγή οι στίχοι παρουσιάζουν την απόφαση για την θυσία της γυναίκας ως ερχόμενη εξ ουρανού. Ο ίδιος δεν έχει σχεδόν καμμιά ευθύνη. Αντίθετα, ο πόντιος συνάδελφός του κοιτάζει κατάματα το δαιμόνιο και μιλάει μαζί του. Το δαιμόνιο τον ρωτά ποιον να θυσιάσει για να σταθεί το γεφύρι. Εκείνος προτείνει να θυσιάσει τον κύρη του, τη μάνα του, τα αδέλφια του. Ο δαίμονας δεν ικανοποιείται από τις προτάσεις και ρωτάει ξανά και ξανά. Τα πρόσωπα που προτάθηκαν πριν από την σύζυγο, βρίσκονταν όλα εκτός της εξουσίας του πρωτομάστορα.

Στα Άδανα και στην Ήπειρο ο πρωτομάστορας θέλει να θυσιαστεί ο ίδιος για να σώσει τη γυναίκα του. Ο Ηπειρώτης, στο άκουσμα της τραγικής μοίρας βυθίζεται στο πένθος. Αντίθετα, ο Πόντιος δέχεται το μήνυμα με το κεφάλι ψηλά. Ο τελευταίος της λέει ειλικρινά τί την περιμένει. Δεν σκαρφίζεται το Ηπειρώτικο τέχνασμα, ότι δήθεν έχασε τη βέρα του και θέλει να την στείλει να την βρει. Βιάζεται, της λέει να έρθει γρήγορα, και στο τέλος η ίδια πέφτει στο βάραθρο τραγουδώντας. Όλα αυτά δείχνουν τόλμη, ανδρεία και αποφασιστικότητα. Μπορεί να μοιάζει η συμπεριφορά του Ποντίου πρωτομάστορα περιφρόνηση προς την γυναίκα του, όμως αν το καλοσκεφτούμε, εκείνος την τιμάει με την ειλικρίνιά του. Την θεωρεί έτοιμη να αντιμετωπίση με θάρρος την αλήθεια. Επίσης την αντιμετωπίζει ως ισότιμη συνεργάτιδα, ελεύθερη να κρίνει και να αποφασίσει.

Η επωδός του τραγουδιού “Έλα δαφνε μ’ ποταμέ, Δάφνε μ’ και μυριγμένε” αναφέρεται στον ποταμό Πυξίτη. Ο λαός τον αποκαλεί ποταμόμε Δάφνες και με αυτές θέλει να δοξάσει τον πρωτομάστορα.

Από την σθεναρή ψυχική στάση και των δύο – του πρωτομάστορα και της γυναίκας – καθώς και από όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, συμπεραίνουμε ότι η Ποντιακή παραλλαγή είναι η αρχαιότερη από τις αντίστοιχες όλων των άλλων περιοχών. Ανήκει στην κατηγορία “παραλογές”. Δεν μπορούμε να την εντάξουμε στον Ακριτικό κύκλο διότι είναι αρχαιότερη.

Τα σχόλια στο τραγούδι αποτελούν σύντμηση των σχολίων που υπάρχουν στο βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

2) ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ

Η ΛΕΜΟΝΑ

Στίχοι:

– Σίτ’ επέγνα ομάλια – ομάλια, είδα ορμάνια και λιβάδια,
είδα ορμάνια και λιβάδια και σην άκραν τρέχ’ πεγάδι
και σην πεγαδί’ την άκραν έστεκεν δέντρον και μέγαν,
έστεκεν δέντρον και μέγαν, τα νεράντζια φορτωμένον.
Έπλωσα να παίρω έναν κι εχολιάστεν η Λεμόνα.
Και τη ήλ’ η μάνα εκούξεν: – Ντο λαλείς ναι Μεληδόνα;
– Ντο χολιάσκεσαι Λεμόνα; Πάσκ’ ετσάκωσα κλαδόπον;
Πάσκ’ ετσάκωσα κλαδόπον, για εμάραινα φυλλόπον;
Κι αν ετσάκωσα κλαδόπον, να τσεκούται το χερόπο μ’
κι αν εμάραινα φυλλόπον, να μαραίνεται το ψόπο μ’.
Ο Ήλεν μαραίν’ φυλλόπα κι αέρα τσακών’ κλαδόπα.

Από το βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.
Η ΗΛΙΟΜΑΝΑ

Μετάφραση:

– Μέσ’ στη φύση περπατώντας είδα δάση και λιβάδια,
είδα δάση και λιβάδια και βρυσούλα σε μιαν άκρη
και στην άκρη της βρυσούλας έστεκε μεγάλο δέντρο,
έστεκε μεγάλο δέντρο, με νεράτζια φορτωμένο.
Κι ένα κάνοντας να κόψω, παραθύμωσε η Λεμόνα.
Και του Ήλιου η μάνα σκούζει: – Τί λαλείς γλυκιά αηδόνα;
– Τί θυμώνεις Ηλιομάνα; Μήπως τσάκισα κλαδάκι;
Μήπως τσάκισα κλαδάκι, ή σου μάρανα φυλλάκι;
Κι αν σου τσάκισα κλαδάκι, να μου σπάσει το χεράκι
κι αν σου μάρανα φυλλάκι, να μου μαραθεί η ψυχούλα.
Ο τρελοβορίας τσακίζει τα κλαδιά και τα κλωνάρια
και τα φύλλα τα μαραίνει με την κάψα του ο Ήλιος.

Μετάφραση στίχων: Από το έργο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

Σχόλια:

Τρία βασικά στοιχεία αναφέρονται στα λόγια αυτού του τραγουδιού: η φύση, ο άνθρωπος και η Λεμόνα. Δίνεται ο απέραντος σεβασμός του ανθρώπου στη φύση, μέσα από μια θαυμάσια ποιητική εικόνα. Ο τελευταίος δεν τολμάει να θίξει την ομορφιά της. Μέσα στα ειδυλλιακά εξοχικά τοπία, υπάρχει σε ένα σημείο μια βρύση, δίπλα από ένα δέντρο με νεράτζια. Το κόψιμο φρούτου από τον διαβάτη εξοργίζει την Λεμόνα.

Προτού συνεχίσουμε όμως, πρέπει να διευκρινήσουμε τί σημαίνει ο τίτλος του τραγουδιού. Είναι άστοχος ο συλλογισμός ότι “Λεμόνα” σημαίνει “λεμονιά”. Όταν οι στίχοι περιγράφουν τους καρπούς του δέντρου μιλάνε αποκλειστικά για νεράτζια. Στα ποντιακά η λεμονιά λέγεται “λεμόν’”. Γενικά, φρούτο και δέντρο αποδίδονται με την ίδια λέξη. Κάποιοι, λένε ότι ο ποιητής φαντάστηκε μια κοπέλα με το όνομα Λεμόνα, όμως αυτό δεν προκύπτει από πουθενά μέσα στο κείμενο.

Οι λαϊκές αντιλήψεις που έφτασαν στους νεώτερους από τις παλιές γενιές, εξηγούν ότι κάθε πράγμα στη φύση έχει μάνα: νερομάνα η μάνα του νερού, παρχαρομάνα η μάνα του παρχαριού, πεγαδομάνα ή πεγαδομάτ’ η μάνα της βρύσης. Σε ορισμένα ποντιακά τραγούδια αναφέρεται ότι ο ήλιος έχει μάνα. Το ίδιο λένε και ορισμένες λαϊκές δοξασίες που ακούγονται συχνά απο ηλικιωμένους: “Ο Ήλεν πά έχ’ μάναν”. Με τα δεδομένα της Ποντιακής διαλέκτου, το “Λεμόνα” βγαίνει από το “Λεμάνα”, που έρχεται από το “Ηλεμάνα”, “Λιομάνα”, “Ηλιομάνα”. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο διαβάτης μιλάει προς την Λεμόνα με το στόμα ενός πουλιού που λέγεται Μεληδόνα αηδόνα. Ένας στίχος στη μέση του ποιήματος λέει: Και τη ηλ’ η μάνα έκουξεν (και του ήλιου η μάνα σκούζει). Του ήλιου η μάνα (τη ηλ’ μάνα) απευθύνεται στην Μεληδόνα, η οποία στον αμέσως επόμενο στίχο της απαντά αποκαλώντας την Λεμόνα. Είναι φανερό λοιπόν ότι η Λεμόνα είναι η μάνα του Ήλιου, και πιθανότατα άλλαξε σε “Λεμόνα” αντί “Λεμάνα” για να είναι κάπως ομόηχη λέξη με την “Μεληδόνα”, πράγμα διόλου απίθανο στη δημοτική ποίηση.

Η Λεμόνα παρουσιάζεται σαν θεότητα που προστατεύει τα δέντρα, τα φυτά, τη φύση γενικότερα. Εδώ βλέπουμε πώς επιβιώνουν στον Χριστιανικό κόσμο προχριστιανικά στοιχεία. Ο Θεος είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών, όμως στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο κάθε Άγιος προστατεύει διαφορετικό τομέα της ζωής: ο Άγιος Αρτέμιος είναι προστάτης της Ελληνικής Αστυνομίας. Είναι επίσης πολιούχος της νήσου Μυκόνου. Επειδή οι Άγιοι την δύναμή τους την αποδίδουν ολοκληρωτικά στο Θεό και δεν θεωρούν τον εαυτό τους αυτοδύναμο, οριακά μπορεί αυτός ο διαχωρισμός της προστασίας του κάθε Αγίου να θεωρηθεί ανάμνηση του αρχαιοελληνικού πολυθεϊσμού.

Τα σχόλια στο τραγούδι αποτελούν σύντμηση των σχολίων που υπάρχουν στο βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

3)ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΠΟΝΟΥ
Ο ΗΛΕΝ ΠΑΕΙ ΣΗ ΜΑΝΑΝ ΑΤ

Στίχοι:

Ο Ήλεν πάει ση μάναν ατ, μαυρομελανιασμένος.
Φέρει και τραπεζώνει ατον γάλαν και παξιμάδιν.
Ο πρόσωπός ατ ‘κι γελά, απολογιάν ‘κ’ εδώκεν.
– Ντό έπαθες, ναι γιόκα μου, κι εμαυρομελανιάσες;
Να μή με τ’ άστρα μάλωνες, να μή με το φεγγάρι,
να μή με τον Αβιδιανόν κανέναν λόγον είχες;
– Μήδε με τ’ άστρα μάλωνα, μηδέ με το φεγγάρι,
μηδέ με τον Αβιδιανόν κανέναν λόγον έχω.
Αηλί ντ’ είδα τ’ ομμάτια μου σο σημερνόν τη μέραν!!!

Από το βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

Μετάφραση:

Ο ΗΛΙΟΣ ΠΑΕΙ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ

Ο ήλιος πάει στη μάνα του, μαυρομελανιασμένος.
Του στρώνει δείπνο η μάνα του, γάλα και παξιμάδι.
Το πρόσωπό του δεν γελά, το στόμα του δεν κρένει.
– Καλέ μου γιόκα, τί έπαθες, κι είσαι μελανιασμένος;
Μήπως με τ’ άστρα μάλωσες, μήπως με το φεγγάρι,
μήπως με τον Αυγερινό κουβέντιασες με πίκρα;
– Με τ’ άστρα δεν εμάλωσα κι ουδέ με το φεγγάρι,
μηδέ με τον Αυγερινό κουβέντιασα με πίκρα.
– Αλλοί τί είδαν τα μάτια μου στη σημερνή τη μέρα!!!

Μετάφραση στίχων: Από το έργο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

Σχόλια:

Σε αυτό το τραγούδι ο Ήλιος παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος του Θεού. Βλέπει τα πάντα και αποδίδει δικαιοσύνη. Χαρακτηριστικά του είναι η δικαιοσύνη και η αναζωογόνηση της φύσης .

Ενδιαφέρον έχει η λαϊκή αντίληψη που εκφράζεται σε αυτό το τραγούδι, η οποία παρουσιάζει τον ήλιο να ανήκει στους Έλληνες και το φεγγάρι στους Τούρκους. Αυτή η αντίληψη επηρεάζεται αφενός από την Τουρκική σημαία, αφετέρου από την βαθύτερη συνείδηση του Έλληνα: Στον Ελληνικό πολιτισμό όλα βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας, τα μυνήματα και οι ιδέες του διαδίδονται ως την άκρη του κόσμου. Αντίθετα με την Τουρκική κουλτούρα, στην οποία επικρατεί μυστικότητα και σκοτάδι.

Ο Ήλιος λοιπόν παρουσιάζεται ως όργανο του Ελληνικού Έθνους, που βλέπει όλα όσα συμβαίνουν στην Ανατολή και συμπάσχει με τους Έλληνες για όσα τους συμβαίνουν. Ο λόγος που πηγαίνει “μαυρομελανιασμένος” στην Δύση (η οποία θεωρείται μητέρα του, κάθε βράδυ αναπαύεται στην αγκαλιά της), είναι ότι είδε τα μύρια όσα την ημέρα που πέρασε. Δεν διευκρινίζει ακριβώς τί είδε, αλλά πιθανότατα να έφριξε από κοινωνικές αδικίες ή περιπέτειες του Έθνους.

Το να εκφραστεί παράπονο από τον Ήλιο στην μητέρα του, είναι κάτι που προσδίδει μεγαλοπρέπεια στον πόνο. Μια μεγάλη λύπη πρέπει να εκφραστεί από μια ανάλογα μεγάλη φωνή.

Τα σχόλια στο τραγούδι αποτελούν σύντμηση των σχολίων που υπάρχουν στο βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

4)ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Τ’ ΟΡΦΑΝΕΣΣΑΣ ΤΟ ΝΥΦΕΠΑΡΜΑΝ

Στίχοι:

Διήμερα, τριήμερα τη νύφεν παραστέκνε,
φορίζν’ ατεν, στολίζν’ ατεν κι ατεν ‘κι εστεφανώνε.
Στείλνε σον Άδην είδησιν, τον κύρν’ ατ’ς παραγγείλνε
κι ο κύρ’ς ατ’ς παίρεν είδησιν κι ελάλεσεν τον Χάρον.
– Έλα, Χάρε, ας παλεύωμε σο χάλκενον τ’ αλώνι σ’
κι αν εν και ντο νικώ σε εγώ, Χάρε, να σαν εμένα.
Θα πάω κι εγώ ση χαράν, όθεν εμέν εμέν’τσαν,
θα πάω ελέπω την κόρη μ’, πώς παίρν’ ατεν και πάγνε.
Κι αν εν ντο νικάς με εσύ, Χάρε ν’ αηλί εμένα!
Επάλεψαν, επάλεψαν κι ο Χάρον ‘κ’ ενικέθεν!
Ακούσατε τί μένυσεν ο κύρ’ς ατ’ς ασόν Άδην:
– Ας τρών’ και πίν’ οι φίλοι μου και παραστέκν’ την κόρη μ’.

Από το βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΗΣ ΝΥΦΗΣ

Μετάφραση:

Διήμερα, τριήμερα τη νύφη παραστέκουν,
την ντύνουν, την στολίζουνε, μα δεν την στεφανώνουν.
Και προσκαλούν τον κύρη της τον δόλιο απ’ τον Άδη.
Σαν τάκουσε ο κύρης της, εκάλεσε τον Χάρο:
– Έλα, για να παλέψουμε στο χάλκινο τ’ αλώνι
κι αν σε νικήσω Χάροντα, τρανή χαρά θα πάρω!
Στο γάμο όπου με κάλεσαν, θα τρέξω να προφτάσω,
θα πάω να δω την κόρη μου, νυφούλα πως την παίρνουν.
Κι αν με νικήσεις Χάροντα, αλλοί σε με τον κύρη!
Παλέψανε, παλέψανε κι ο Χάρος δεν νικήθη!
Ακούστε, τί παράγγειλε ο δόλιος απ’ τον Άδη:
Φάτε και πιέστε, φίλοι μου, στης κόρης μου τον γάμο
και να την καμαρώσετε, να της παρασταθείτε.

Μετάφραση στίχων: Από το έργο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.
Σημείωση του μεταφραστή: ο τελευταίος στίχος αποδόθηκε στη μετάφραση με δυο στίχους.

Σχόλια:

Οι λαϊκές αντιλήψεις θέλουν τις ψυχές να εξακολουθούν να υπάρχουν μετά το θάνατο. Τις θέλουν επίσης κατά περιόδους να παρευρίσκονται ανάμεσα στα ζωντανά κοντινά πρόσωπα και να τα παραστέκουν. Οι ζωντανοί έχουν μια τάση να θυμούνται τους κεκοιμημένους περισσότερο σε στιγμές μεγάλης χαράς ή συγκίνησης. Σε τέτοιες περιστάσεις γίνεται πιο αισθητή η απουσία αγαπημένων νεκρών.

Το συγκεκριμένο τραγούδι θα μπορούσε με μια πρώτη ματιά να καταταχτεί στα τραγούδια του γάμου. Όμως, υπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν αλλού. Kατά τη διάρκεια του στολισμού της νύφης κι ενώ ο γαμπρός την περιμένει με αγωνία στην Εκκλησία, σταματά η διαδικασία με μια κραυγή αγωνίας της νύφης: είναι η πρόσκληση που με πολύ πόνο απευθύνει στον μεταστάντα πατέρα της να έρθει στο γάμο.

Όταν το μήμυμα της κόρης φτάσει στον Άδη, ο πατέρας θα προκαλέσει το Χάρο σε μονομαχία. Αν ο πατέρας νικούσε, θα μπορούσε να ανέβει στη Γη για τον γάμο της κόρης του, αλλά κάτι τέτοιο δεν έγινε. Όλο το σκηνικό του τραγουδιού είναι μια διαμαρτυρία της ζωής απέναντι στο θάνατο. Σε μια μεγη χαρά της ζωής, η νύφη θέλει τον πατέρα της δίπλα.

Ο πατέρας δεν θα καταφέρει να βρεθεί στο μυστήριο. Όμως, παραγγέλνει σε φίλους να γλεντήσουν και να φροντίσουν την κόρη του. Εδώ η φιλία παρουσιάζεται όχι σαν μια επιπόλαια σχέση αλλά σαν ιερός θεσμός της ζωής.

Εν κατακλείδι, υμνείται η σημασία της φιλίας, η αγάπη για τη ζωή και η διαμαρτυρία απέναντι στο θάνατο. Φανερώνεται επίσης το πόσο ασήκωτος γίνεται ο ανθρώπινος πόνος από την απώλεια αγαπημένων σε στιγμές χαράς.

Τα σχόλια στο τραγούδι αποτελούν σύντμηση των σχολίων που υπάρχουν στο βιβλίο του Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.

Advertisements