Ελληνικά Παραδοσιακά μουσικά όργανα Πόντου

 

 

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Τα ποντιακά όργανα κατασκευάζονται από λαϊκούς τεχνίτες και χωρίζονται σε έγχορδα, πνευστά και κρουστά. Ορισμένα από αυτά όμως, δε κατασκευάζονται από λαϊκούς τεχνίτες και είναι δανεισμένα στον Ποντιακό χώρο: τέτοια είναι το κλαρίνο και το βιολί. Το κλαρίνο, που υιοθετήθηκε από σχεδόν όλες τις περιοχές της Ελλάδας, ήρθε στον Ελληνικό χώρο περίπου το 1830.

Λύρα:

14339878_10210407998013625_1824230009_o.jpg

1. Κεμετζές. Από τη συλλογή του Γιάννη Μιχαηλίδη

Είναι το κατεξοχήν ποντιακό όργανο. Ανήκει στα έγχορδα με δοξάρι και είναι τρίχορδη. Οι χορδές σήμερα είναι από ατσάλι, ενώ παλιότερα από έντερο ή μετάξι. Το ξύλο της είναι δαμασκηνιά. Ενίοτε όμως φτιάχνεται και από κισσό (σαρματσούκι ή σαρματσούκ’). Οι διαστάσεις της είναι 50 εκ. μήκος, 9 εκ. φάρδος στη μέση και βάθος 4 εκ. Κουρδίζεται σε διαστήματα τετάρτης, χωρίς όμως να κουρδίζεται σε σταθερούς τόνους. Έτσι, αυξάνεται πολύ η έκταση στην οποία μπορεί να παίξει. Συνηθέστερο χόρδισμα είναι: η ψηλότερη χορδή σε νότα λα, η μεσαία σε μι κι η χαμηλότερη σε σι. Το δοξάρι της είναι ίσιο, όχι καμπύλο. Ο μικρός καβαλάρης επιτρέπει το δοξάρι να πιάνει δυο χορδές μαζί, πάνω στις οποίες τα δάχτυλα μπορούν να πατούν ταυτόχρονα. Έτσι ακούγονται συχνά διφωνίες στα τραγούδια. Συνήθως παίζεται σε κλειστούς χώρους, λόγω του όχι και τόσο δυνατού ήχου της.

Παρόλο που η δομή αυτού το οργάνου μαρτυρά βυζαντινή καταγωγή, η απώτατη καταγωγή της βρίσκεται στην ελληνική αρχαιότητα. Ο λόγος γίνεται για την μυθική εποχή και παρουσιάζεται ο Ερμής ως ο εφευρέτης της. Την κατασκεύασε τοποθετώντας τρεις εντέρινες χορδές σε καβούκι χελώνας. Στη συνέχεια την έκανε δώρο στον Απόλλωνα. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι χορδές της χαρακτηρίζονται σήμερα ως “ζιλ” (η χορδή του ψηλού τόνου), “μεσαίον” (η χορδή του μεσαίου) και “καπάν” (του χαμηλού). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (περ. 80 π.Χ. – περ. 20 μ.Χ.) περγράφει τις αντίστοιχες χορδές ως “οξύν”, “βαρύν” κια “μέσον”.

Γενικά στην εξέλιξή της η λύρα απέκτησε κι άλλες χορδές. Η κρητική όμως (αχλαδόσχημη) και η ποντιακή (φιαλόσχημη) έχουν τρεις χορδές μέχρι σήμερα. Η ποντιακή ονομάζεται κεμεντζές ή κεμεντζόπον. Στην περιφέρεια της Γαράσαρης ονομάζεται “Λούρα”.

Γαβάλ’:

14356062_1648172382139396_75802645_n

2. Γαβάλ’. Από την συλλογή του Βαγγέλη Ηλιάδη

Ονομάζεται και γαβαλόπον, καβάλ’ ή καβαλόπον. Σε κάποια μέρη (π.χ. Ματσούκα) αποκαλείται “χειλιάυριν”. Σημαίνει αυλός που παίζεται με τα χείλη. Στο ίδιο μέρος ήταν το καταλληλότερο όργανο για να παιχτούν “τ’ ομάλια η τραγωδία”, ή η αργή μεγάλη μελωδία “ο μακρύνη καϊτέ”.

Πρόκειται για πνευστό όργανο, έναν ξύλινο σωλήνα με έξι τρύπες. Παιζόταν πολύ συχνά από βοσκούς, στον Πόντο αλλά και σε όλη την Ελλάδα. Στον Πόντο συνήθως δεν συνοδεύεται από άλλα όργανα. Το υλικό της κατασκευής ήταν καλάμι, ή διάφορα είδη ξύλου: καρυδιά, καστανιά, έλατο, σφενδάμι, μηλιά, κέδρο, οξιά, κρανιά. Άλλα ονόματα είναι: Χιλίαυλος, χιλιαύλιν, γαβάλι.

Όπως και η λύρα, έτσι κι ο αυλός έχει τις καταβολές του στην ελληνική αρχαιότητα: σύμφωνα με την μυθολογία τον εφηύρε η θεά Αθηνά. Το υλικό που χρησιμοποίησε ήταν κόκκαλο ελαφιού. Ο λόγος που την κατασκεύασε ήταν ότι ήθελε να μιμηθεί τον θρήνο των αδελφάδων της Γοργόνας, την οποία σκότωσε ο Περσέας. Με αυτό το όργανο ανέβηκε στον Όλυμπο να παίξει στους Θεούς, με αποτέλεσμα να δεχτεί την χλεύη της Ήρας και της Αφροδίτης: με το παίξιμο φούσκωναν περίεργα τα μάγουλα της Αθηνάς. Η τελευταία λοιπόν πέταξε τον αυλό και καταράστηκε όποιον τον χρησιμοποιήσει στο μέλλον.

Αυτό το μουσικό όργανο όμως θα επανεμφανιστεί στη ζωή. Ο Σάτυρος Μαρσύας παίζοντας τον θα πάρει μέρος σε διαγωνισμό με τον λυράρη Απόλλωνα, στον οποίο διαγωνισμό διχάστηκαν οι κριτές. Κατά μια άλλη εκδοχή του μύθου, ο αγώνας έγινε μπροστά στις Μούσες. Σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη νικητής ήταν ο Απόλλωνας. Ο λόγος της νίκης του ήταν ότι μπορούσε να τραγουδά ταυτόχρονα με το παίξιμο. Απομεινάρια αυτής της αντίληψης έχουμε σήμερα στην Ποντιακή παράδοση, οπου ο λυράρης για να θεωρείται αξιόλογος πρέπει να μπορεί να τραγουδά όσο παίζει.

Αγγείον:

14397224_10210407980893197_1347410537_n

3. Αγγείον. Από τη συλλογή του Σεραφείμ Μαρμαρίδη

Γίνεται λόγος για τον άσκαυλο, αρχαίο ελληνικό όργανο. Μετά τον κεμετζέ ήταν το πιο δημοφιλές μουσικό όργανο στην περιοχή του Ανατολικού Πόντου. Άλλα ονόματα: Τούλουμπαν, τουλούμ, τουλούμζουρνα. Πανελλήνιες ονομασίες: Γκάιντα ή τσαμπούνα. Είναι κατάλληλο για ανοιχτούς χώρους, λόγω της δυνατής του “φωνής”. Αποτελείται από τα εξής μέρη: α) Το ασκί από δέρμα ζώου (πατ’), ένα είδος αεροθαλάμου φτιαγμένο από δέρμα κατσίκας ή (σπανιότερα) προβάτου, β) το επιστόμιο (στομωτήρα ή φυσερον) και γ) το αγκόξυλον ή ναβ. Στο επιστόμιο φυσούσε ο οργανοπαίχτης για να γεμίσει το ασκί. Με γεμάτο το ασκί μπορούσε να παίξει πιέζοντάς το και να τραγουδάει ταυτόχρονα. Καλός οργανοπαίχτης εθεωρείτο εκείνος που μπορούσε, ενώ παίζει ένα τραγούδι, να τραγουδάει ή να παρακινεί τον κόσμο να χορέψει. Στο αγκόξυλο είναι τοποθετημένα παράπλευρα δυο καλάμια, ομοιόμορφα φτιαγμένα και παίζουν την ίδια μελωδία. Εδώ υπάρχει μια αντίθεση με την γκάιντα, όπου έχουμε μεν δυο αυλούς εκ των οποίων όμως μόνο ο ένας έχει τρύπες σε κανονικά διαστήματα. Ο δεύτερος απλώς κρατάει μια σταθερή νότα όσο παίζεται ταυτόχρονα με τον πρώτο, ένα “ίσο”.

Zoυρνάς:

14489018_1216455411738472_783262427_o
4. Ζουρνάς. Από την συλλογή του Παναγιώτη Σκούτερη

 

Είναι ένας απόγονος του αρχαίου ελληνικού οργάνου με το όνομα “οξύαυλος”. Είναι λοιπόν κάποια παραλλαγή του αυλού, μόνο που έχει ηχόχρωμα οξύτερο. Ήταν πολυ συνηθισμένο όργανο σε εκδηλώσεις σε ανοιχτούς χώρους (γάμοι, πανηγύρια κ.ά.) λόγω της μεγάλης ηχητικής του έντασης, συνοδεύεται από νταούλι (ταούλ’). Λόγω της έντασής του επίσης, έδινε το προνόμιο σε αρκετούς να συμμετέχουν στον χορό, σε αντίθεση με πιο χαμηλόφωνα όργανα. Επίσης, δύσκολα μπορούσε να τραγουδήσει κανείς με τη συνοδεία αυτού του οργάνου, οπότε στα γλέντια το χρησιμοποιούσαν κυρίως για χορό. Υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές και σε μεγέθη.

Καλός οργανοπαίχτης εθεωρείτο όποιος μπορούσε να παίζει χωρίς σταματημό. Για να γίνει αυτό, ο ζουρνατζής έπαιρνε αέρα από τη μύτη όσο φύσαγε από το στόμα. Όταν φυσούσε, έδιωχνε με πίεση από τα μάγουλα εκείνον τον αέρα που είχε αποθηκεύσει στο στόμα από προηγούμενη ανάσα.

Ταούλ’:

14233660_1061891750545985_388935711_o

 5. Ταούλ’. Από τη συλλογή του Γιάννη Μιχαηλίδη

Λέγεται και ταβούλ’. Πρόκειται για κρουστό όργανο, κατασκευασμένο όχι σε σταθερές διαστάσεις αλλά σύμφωνα με την σωματική διάπλαση του οργανοπαίχτη. Για να φτιαχτεί έπαιρναν μια σανίδα με ένα σχετικό φάρδος και συνηθισμένο πάχος 0,5 εκατοστά. Την έκοβαν στο επιθυμητό μήκος, κι αφού την μαλάκωναν μέσα σε νερό την γύριζαν σε κίλυνδρο. Στις δύο πλαϊνές όψεις τοποθετούσαν δέρμα ζώου, συνήθως γίδας, προβάτου ή τράγου. Ήταν πάντα εντυπωσιακά τα κόλπα με τα οποία οι οργανοπαίχτες τους κέρδιζαν τις εντυπώσεις. Το χτύπαγαν με δυο ξύλινα ραβδιά διαφορετικού πάχους.

Κεμανές:

%ce%ba%ce%b5%ce%bc%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%82

6. Κεμανες. Κατασκευη Αλέξανδρου Ιορδανίδη

Ο κεμανές είναι είδος λύρας συνηθισμένο στην Καππαδοκία, το συναντάμε όμως και στον Πόντο. Είναι λιγότερο διαδεδομένος από ό,τι ο κεμετζές. Έχει παρόμοιο σχήμα και μεγαλύτερο μέγεθος. Έχει πέντε βασικές χορδές και τρεις συμπαθητικές. Υπάρχουν βέβαια πολλά είδη με περισσότερες ή λιγότερες χορδές και των δυο ειδών.

Πρωτοεμφανίστηκε στη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή εποχή. Παιζόταν κατακόρυφα, με την βάση να ακουμπάει στα πόδια, όπως ο κεμετζές. Ορισμένοι που είχαν 6 ή 7 χορδές, έμοιαζαν με την βυζαντινή βιόλα. Συνηθιζόταν στις εξής περιοχές του Πόντου: Ατά Παζάρ, Πουλαντζάκη, Κερασούντα, Τρίπολη, Κοτύωρα, Νικόπολη, Ακ Δάγ Μαδέν, Γκιουμούς Ματέν. Επίσης, συνηθιζόταν στην Καππαδοκία σε πολλές περιοχές.

Βιολί:

Picture 001.jpg

7. Βιολί

Το όργανο αυτό είναι γνωστό σε όλη την Ελλάδα. Απαντάται στον Δυτικό Πόντο και στην περιοχή Καρς. Είναι σχετικά ασαφής η προέλευσή του: σύμφωνα με κάποιους πρόγονός του είναι το Ινδικό “ραβάναστρον” ενώ κάποιοι άλλοι παρουσιάζουν σαν προέλευσή του το Αραβικό “ρεμπέκ” ή “ραμπάμπ”. Άλλο όργανο που έπαιξε ρόλο στην εξέλιξη του βιολιού ήταν η πεντάχορδη βιέλα, όργανο των τροβαδούρων. Επίσης, δεν μπορούμε να παραλείψουμε την λίρα ντα μπράτσο (lira da braccio), η οποία κατά πάσα πιθανότητα προερχόταν από το βυζάντιο και επίσης επηρέασε την εξέλιξη του βιολιού.

Το βιολί πρωτοεμφανίστηκε στην Ευρώπη περίπου το 1550 μ.Χ., η χώρα στην οποία βρέθηκε τότε ήταν η Ιταλία. Εκείνη την περίοδο παρουσιάζεται με διάφορες ασαφείς ονομασίες. Παίρνει τη σημερινή του μορφή το 1800 μ.Χ., αναδεικνύεται δε σε ένα από τα πιο σημαντικά όργανα στον χώρο της κλασσικής μουσικής.

Όπως προαναφέραμε, είναι ένα όργανο που το συναντάμε στην παραδοσιακή μουσική όλων των ελληνικών περιοχών. Στον Πόντο υιοθετήθηκε στην δυτική περιοχή, στο Καρς, αλλά και από τους Άνκαραλήδες, Κιμισχαναλήδες, Παβραινούς-Παφραίους.

Κλαρίνο:

14315432_1097216800316228_941226469_o
8. Κλαρίνο. Από τη συλλογή του Γιάννη Μιχαηλίδη

Δημοφιλέστατο όργανο στην Ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά και βεβαίως στον Πόντο, όπου απαντάται στον Δυτικό Πόντο και στην περιοχή Καρς. Ονομάζεται ευθύαυλος, μαρτυρείται έτσι προέλευσή του από τον αρχαίο αυλό. Ο Χριστόφορος Ντέννερ συνέβαλε στην τελική μορφή αυτού του οργάνου στη Γερμανία το 1690. Το υλικό της κατασκευής του είναι ξύλο, εβονίτης, σπανιότερα μέταλλο.

Η ιδιαίτερη μορφή του κλαρίνου δίνει ένα διαφορετικό ηχόχρωμα στους Ποντιακούς σκοπούς: εδώ είναι φανερή η επιρροή από γειτονικούς λαούς (Αρμένιους, Καυκάσιους κλπ.). Γενικότερα, στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας δεν νοείται χορός ή πανυγήρι χωρίς κλαρίνο.

Ανδρέας Χανιώτης – Μουσικός, Απόφοιτος Τμήματος Μουσικών Σπουδών ΕΚΠΑ

Πηγές:

Έφη Αβέρωφ, Εισαγωγή στην Οργανογνωσία, εκδόσεις Φίλλιπος Νάκας 1992, Αθήνα.

Λάμπρος Λιάβας, Ελληνικά Λαικά Όργανα,ΈΚΔΟΣΗ: υπουργείο Πολιτισμού, Διεύθυνση Λαικου Πολιτισμού, Μουσείο Ελληνικών Λαικών Μουσικών Οργάνων Φοίβου Ανωγειανάκη, Αθήνα 2000.

Στάθης Ευσταθιάδης, Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992.
Φοίβου Ανωγειανάκη, Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα, Εκδοτικός οίκος “Μέλισσα”.

Μουσικά Ποντιακά όργανα. Του Βασιλείου Β. Πολατίδη

Ακρίτες: Μουσικά όργανα του Πόντου

Οι Έλληνες πρόσφυγες τον 20ο αιώνα: Ο Ποντιακός Ελληνισμός

Advertisements