Γιάννης Κωνσταντινίδης (Κώστας Γιαννίδης, 1903 – 1984)

Μetnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

 

Η ζωή και το έργο του

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης (γνωστός στο ευρύ κοινό ως Κώστας Γιαννίδης) γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1903. Ήταν πιανίστας, μαέστρος και συνθέτης. Καταγόταν από εύπορη οικογένεια, η οποία προερχόταν από την Ζαγορά Πηλίου. Ο πατέρας του Γεώργιος (Τζώρτζης) Κωνσταντινίδης ήταν έμπορος σταφίδας και εξασφάλισε στην οικογένεια μια εύπορη διαβίωση. Η μητέρα του, η Ευαγγελία Ξένου, μια ισχυρή προσωπικότητα με ιδιαίτερες καλλιτεχνικές τάσεις επέδρασε βαθιά στην διαμόρφωση της ψυχής του συνθέτη. Ο τελευταίος, έχοντας γεννηθεί σε μια πόλη με 40 θέατρα, γνώρισε την μουσική σε πολύ μικρή ηλικία. Ο Τύπος της Σμύρνης υποστήριζε πολυ το ανέβασμα παραστάσεων και πλήθος μελοδραματικών θιάσων παρουσίαζε το είδος που κυριαρχεί στην πόλη, το μουσικό θέατρο και τις παραστάσεις όπερας και οπερέτας.

Έχοντας ανατραφεί σε ένα τέτοιο καλλιτεχνικό περιβάλλον, έρχεται σε επαφή πολύ περισσότερο με την όπερα παρά με συναυλίες συμφωνικής μουσικής, μουσικής δωματίου ή ατομικών ρεσιτάλ. Τα πρώτα του μαθήματα πιάνου και θεωρητικών τα πήρε το 1911, έχοντας ως δάσκαλο τον Δημοσθένη Μιλανάκη, ο οποίος τον εισήγαγε στην Δυτική μουσική και κυρίως στους Γάλλους συνθέτες. Η επίδραση αυτή, καθώς και το γεγονός ότι μελέτησε οικειοθελώς την λόγια Ευρωπαϊκή μουσική και γνώρισε από νωρίς το δημοτικό τραγούδι, αποδείχτηκαν επιρροές ιδιαίτερα ισχυρές για την μετέπειτα καλλιτεχνική πορεία του.

Λίγο πριν την καταστροφή της Σμύρνης, o πατέρας του έδωσε τελικά την συγκατάθεσή του για τη συνέχιση των μουσικών σπουδών του συνθέτη στο εξωτερικό, καθώς φάνηκε ανησυχητικό το μέλλον των Ελλήνων στη Μ. Ασία. Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης έφυγε με ψεύτικα χαρτιά για το εξωτερικό (πρώτα πήγε στην Κωνσταντινούπολη, μετά στη Ρουμανία, ύστερα στη Δρέσδη και τέλος στο Βερολίνο).

Στο Βερολίνο, ταυτόχρονα με την είδηση της οικονομικής καταστροφής, πληροφορείται από τον πατέρα του ότι “Η Σμύρνη δεν υπάρχει πια”. Ως εκ τούτου, παράλληλα με τις σπουδές του αναγκάζεται να παίζει πιάνο για να συντηρείται. Βρήκε δουλειά σε μουσικά καφενεία, σε νυχτερινά κέντρα, σε καμπαρέ, στο ραδιόφωνο καθώς και στον βωβό κινηματογράφο.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του εκεί, συνδέθηκε φιλικά με τον Ν. Σκαλκώτα. Όταν βρισκόταν στην Δρέσδη, σπούδασε μουσική με τον Γ.Γ. Μράζσεκ, ενώ όταν μετέβη στο Βερολίνο (στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία και στο Ωδείο “Στερν”) συνέχισε τις σπουδές του με τον Καρλ Ραίσλερ (πιάνο), Πάουλ Γιουόν (ανώτερα θεωρητικά και σύνθεση), Καρλ Έρενμπεργκ (διεύθυνση ορχ.) και Κουρτ Βάιλ (ενορχήστρωση). Αξίζει να αναφερθεί η δυνατότητα που του δόθηκε να γνωρίσει από κοντά μεγάλες προσωπικότητες, όπως τον Στραβίνσκυ, τον Μπάρτοκ, τον Προκόφιεφ και τον Σαίνμπεργκ.

Ανάλογης δυναμικής με τις μουσικές επιρροές που δέχτηκε στη Σμύρνη, αποδείχτηκαν οι εμπειρίες που είχε ο συνθέτης από τα ευρέως αποδεκτά ξένα χορευτικά είδη, την τζαζ, την μουσική των καμπαρέ και τα είδη με τα οποία αναγκαστικά ήρθε σε επαφή για βιοποριστικούς λόγους. Το 1927 ανεβάζει την οπερέτα Der Liebesbazillus (Το μικρόβιο του έρωτα) στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης Στραλζούντ (για το γράψιμο της οποίας δέχτηκε βοήθεια από τους Σκαλκώτα και Ρούντολφ Γκαιρ). Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε τα έργα ελαφράς μουσικής όσο περέμεινε στο Βερολίνο, ήταν το “Costa Dorres”. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931, καθώς η άνοδος του Ναζισμού ήταν αποτρεπτική για την μόνιμη εγκατάστασή του στη Γερμανία.

Τα είδη της μουσικής που γνώρισε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Σμύρνη και στη Γερμανία, είχαν σαν αποτέλεσμα να αποτελέσει ο ίδιος μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού. Καταγράφτηκε στη συνείδηση του κοινού με δυο διαφορετικές ταυτότητες: Εκείνη του Γιάννη Κωνσταντινίδη, του συνθέτη έργων κλασσικής μουσικής και εκείνη του Κώστα Γιαννίδη, του φημισμένου συνθέτη ελαφράς μουσικής. Ο λόγος που χρησιμοποίησε αυτό το ψευδώνυμο ήταν ότι δεν ήθελε να συγχέεται με τον Γρηγόρη Κωνσταντινίδη, ήδη καθιερωμένο δημιουργό στον χώρο της ελαφρας μουσικης.

Το όνομα που τον κάνει γνωστότερο είναι εκείνο του Γιαννίδη. Είναι ευρέως αποδεκτός από το κοινό, επί σειρά ετών συνεργάτης και φίλος του θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Γιαννουλάκη. Το πρώτο τους έργο (1931) ήταν η οπερέτα Η κουμπάρα μας, που ανέβηκε στο θέατρο Παπαϊωάννου.

Ως Κωνσταντινίδης είναι λιγότερο φημισμένος, εν τούτοις άφησε στο χώρο της έντεχνης δημιουργίας ένα αξιολογότατο έργο εμπνευσμένο από την Ελληνική παράδοση. Αρχικά το κοινό και οι μουσικοκριτικοί τον υποδέχτηκαν με επιφύλαξη, λόγω της θητείας του στην ελαφρά μουσική. Αυτή η επιφύλαξη όμως άρθηκε αρκετά σύντομα.

Βρισκόμαστε στην Ευρώπη του 20ου αιώνα, σε μια εποχή που τα φολκλορικά μουσικά κινήματα κάνουν την εμφάνιση τους. Πρότυπο για την δημιουργία τους ήταν το εθνομουσικολογικό έργο του Ούγγρου συνθέτη Bela Bartok. Τα μουσικά έργα που δημιουργούνται από τους συνθέτες των  κινημάτων αυτών βασίζονται στο δημοτικό τραγούδι. Ο Κωνσταντινίδης, επηρεασμένος από αυτό το πνεύμα, υιοθέτησε την Ελληνική παράδοση στην έντεχνη δημιουργία του. H τεχνοτροπία του παρουσιάζει ενορχηστρωτική ευρηματικότητα, τροπική εναρμόνιση και παραδοσιακές μελωδίες να επαναλαμβάντονται ανεπεξέργαστες. Είναι αρκετά συνηθισμένη επίσης η δημιουργία κομματιών σύντομων, τα οποία εντάσσονται σε συλλογές η κύκλους.

Έργα του βασισμένα σε αυτήν την τεχνοτροπία είναι: τα 20 Τραγούδια του ελληνικού λαού για φωνή και πιάνο (1937/47), τα 44Παιδικά κομμάτια σε ελληνικούς σκοπούς για πιάνο (1949/51),

τα οποία γράφτηκαν κατόπιν παραγγελίας του διευθυντή του Ωδείου Αθηνών Σπ. Φαραντάτου για να εκπαιδεύονται οι μαθητές του Ωδείου με ελληνικά κομμάτια – στόχος που δεν επετεύχθη, οι δυσκολίες τους ξεπερνούν τις ικανότητες των δασκάλων.  Αυτή η συλλογή με τον τίτλο Greek Miniatures, είναι το πρώτο έργο Έλληνα συνθέτη που εκδόθηκε στην Αμερική.

Ενδιαφέρον έχουν και οι 8 Νησιώτικοι Ελληνικοί Χοροί για πιάνο. Βλέπουμε στο βίντεο απόσπασμα με τίτλο Το Θαλασσάκι. Πρόκειται για επεξεργασία μελωδίας παραδοσιακού Ελληνικού τραγουδιού. Στο πιάνο η Κωνσταντινουπολίτισσα Ναταλία Μιχαηλίδου.

 

 

 

Άλλα έργα του γραμμένα με την ίδια φιλοσοφία είναι οι ορχηστρικές Δωδεκανησιακές σουίτες αρ. 1 και αρ. 2 (1948 και 1949), οι Τρεις ελληνικοί χοροί (1950),

και, βέβαια, η Μικρασιατική ραψωδία, η οποία άρχισε να γράφεται το 1947 και εκδόθηκε το 1975 από το Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ).

Οι Δωδεκανησιακές Σουίτες και η Μικρασιατική Ραψωδία γράφτηκαν ύστερα από προτροπή του μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου.

Το έργο που πραγματικά τον έκανε διεθνώς γνωστό ως συνθέτη έντεχνης μουσικής είναι η Δωδεκανησιακή Σουίτα αρ.1. Εκτελέστηκε στη Γενεύη το 1949 (ορχήστρα της Ρωμανικής Ελβετίας, μαέστρος: Samuel Baud – Bovy). Αξιόλογα είναι επίσης τα 5 τραγούδια της Προσμονής για μεσόφωνο και πιάνο το 1980, το τελευταίο κομμάτι της ζωής του. Στην χορωδιακή του μουσική συγκαταλέγονται δυο συλλογές για τετράφωνη μεικτή χορωδία a capella: τα 8 Δωδεκανησιακά τραγούδια και τα 8 Μικρασιατικά τραγούδια (1972), βασισμένα σε παραδοσιακές μελωδίες.

Η έντεχνη δημιουργία του φανερώνει έναν καλλιτέχνη με μεγάλη ευαισθησία, σπουδαίο ενορχηστρωτή, με βαθιά γνώση και επιδέξιο χειρισμό της αρμονίας και με πλούσια μελωδικότητα.

To είδος που τον έκανε πραγματικά γνωστό και αγαπητό στο κοινό ήταν αυτό της ελαφράς μουσικής. Τα τραγούδια του έγιναν γνωστά μέσα από τις επιθεωρήσεις. Η πρώτη του ονομάζεται Αέρας φρέσκος (1932) και είναι σε κείμενα των Γιαννουλάκη, Μεταξά και Νικολαΐδη. Άλλες είναι: Κεραμίδια (1933), Κάβουρας (1934), Απεργία (1936), Τιριτόμπα (1936), Κοκέττα (1937), Σιλουέτα (1938), Βιολέτα (1939), Ματσώκ (1939), Μαζινό (1939), Κορίτσια της παντρειάς (1939).

H πρώτη του μεγάλη επιτυχία έρχεται με το τραγούδι Θα ξανάρθεις (1934) σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου. Πολλά είναι εν τούτοις τα γνωστά τραγούδια του, μεταξύ των οποίων: Ξέχασέ με (1933), Μην περιμένης (1935), Θα ‘ρθω μια νύχτα με φεγγάρι (1937),

Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος (1938), Χτες το βράδυ ονειρεύτηκα (1938), Λες και ήταν χτες και Συγγνώμη σου ζητώ (1938), Τα δικά σου μάτια (1939), Λίγα λουλούδια (1940). Συνολικά έχει γράψει 100 τραγούδια. Έχει βραβευτεί για τα ακόλουθα: Ξύπνα αγάπη μου (Α’ βραβείο 1960, ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη), Τα δυό σου γκρίζα ματάκια (Γ’ βραβείο 1961, ερμήνευσε η Άντζελα Ζήλεια) στους Διαγωνισμούς Μεσογειακού τραγουδιού Βαρκελώνης και Αλυσίδες (Α΄ βραβείο 1962, Α΄ Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, που ερμήνευσε η Καίτη Μπελίντα).

Aξιομνημόνευτη είναι η συνεργασία του με την Σοφία Βέμπω. Για αυτήν την μεγάλη τραγουδίστρια κάνει την υπέρβαση να μην γράφει πια μόνο τανγκό (όπως απαιτούσαν τότε οι περιστάσεις) αλλά να γράψει κάποια γοητευτικά βαλς: Κάποιο μυστικό, Ψεύτικα βγήκανε όσα ονειρεύτηκα, Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα, όλα σε στίχους των Β. Σπυρόπουλου-Παν. Παπαδούκα.

Eπίσης, για την ίδια τραγουδίστρια γράφτηκαν τα τραγούδια στην ταινία Η προσφυγοπούλα (1938). Η εν λόγω ταινία γυρίστηκε στην Αίγυπτο και έχει πρωτότυπη μουσική, όχι διασκευές ξένων τραγουδιών: Ζητώ να σε ξεχάσω, Πόσο η ζωή είναι ωραία, Σ’ αγαπώ κ.α.

Άλλες ταινίες στις οποίες συνέθεσε μουσκή επένδυση είναι: Μαρίνα (1947), Οι Γερμανοί ξανάρχονται, Μαρίνος Κοντάρας και Μαντάμ Σουσού (1948), Τελευταία αποστολή (1949), Ο μεθύστακας (1950) και Το νησί των ανέμων (1954), οι οποίες τον καθιστούν πρωτοπόρο της κινηματογραφικής μουσικής στην Ελλάδα.

Mία ακόμα συνάντηση που πρέπει να αναφερθεί, είναι αυτή του Γιαννιδη με την τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου: αυτή η συνάντηση άφησε δημιουργίες όπως το Θα φύγω για πάντα, το πολεμικό τραγούδι Πήγαινε κι όταν θα ‘ρθεις από την Πολεμική Αθήνα, την τρίτη πολεμική επιθεώρηση του θεάτρου «Μοντιάλ» (1941), το τραγούδι Στα σκοτεινά από την επιθεώρηση Αλήθειες και ψευτιές, και το Έτσι είν’ η ζωή.

Ορισμένα τραγούδια δισκογραφούνται από δυο φωνές: το Τι σου λένε τα λουλούδια από την Ρένα Βλαχοπούλου και την Νίτσα Μόλυ, το Χτες το βράδυ από την Στέλλα Γκρέκα και την Δανάη.

O Γιάννης Κωνσταντινίδης θα δείξει μεγάλη ευελιξία ως συνθέτης, όταν τα πράγματα θα γίνουν δύσκολα για τους δημιουργούς της δικής του γενιάς: το Αθηναϊκό κοινό θα μετατοπίσει το ενδιαφέρον του από τη σάμπα, την ρούμπα και το τανγκό στο λαϊκό και στο ρεμπέτικο. Αποσπώντας τις προαναφερθείσες διακρίσεις τα έτη 1960, 1961 και 1962 σταματά να γράφει ελαφρά μουσική και το 1958 αρχίζει να συνθέτει και τα Έξι λαϊκά τραγούδια με γνωστότερο Το τάβλι ή Τα νέα της Αλεξάνδρας, μια σπουδή ύφους στο λαϊκό τραγούδι.

Πέραν της εργασίας ως μουσουργού, στα χρόνια της δεκαετίας του ’50 ασχολήθηκε με την Ραδιοφωνία. Ίδρυσε και διηύθυνε την ορχήστρα ελαφράς μουσικής του ΕΙΡ, με την οποία συνέπραξαν η Τζένη Βάνου, η Νάνα Μούσχουρη, η Ρένα Βλαχοπούλου κ.ά. Υπήρξε επίσης μουσικός υπεύθυνος για τη ραδιοφωνική σειρά Η ιστορία της ελληνικής επιθεωρήσεως, στην οποία ενορχηστρώνει και διευθύνει επιθεωρησιακά νούμερα και τραγούδια των αρχών του 20ού αιώνα. Σε αυτά συμμετέχουν διασημότητες όπως η Σωτηρία Ιατρίδου, η Μαρίκα Νέζερ, ο Μήτσος Μυράτ, ο Γιώργος Γαβριηλίδης, ο Κούλης Στολίγκας, ο Κώστας Μανιατάκης, η Ρένα Βλαχοπούλου. Ακόμα, διηύθυνε τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Ενόπλεων Δυνάμεων την περίοδο 1952 – 1959.

Πέθανε το 1984, μια μέρα πριν τον θάνατο του Β. Τσιτσάνη. Είναι αξιοσημείωτη η διαφορά προσέλευσης κόσμου στις δυο κηδείες: πλήθος καλλιτεχνών και πολιτικών στου Τσιτσάνη, μόλις 12 άνθρωποι στου Κωνσταντινίδη. Εν τούτοις, μετά τον θάνατό του πολλοί επιστήμονες, φορείς και καλλιτέχνες εργάστηκαν κι εργάζονται για την διάσωση και διάδοση του έργου του.

Στο ελαφρό έργο του συναντώνται οι Ελληνικές και οι ξένες επιδράσεις με τρόπο αντίστοιχο εκείνου στην λόγια δημιουργία του: τα τραγούδια της οπερέτας και η παλιά αθηναϊκή καντάδα με τα ξένα χορευτικά μουσικά είδη, τα βαλς, οι σάμπες, τα ταγκό μαζί με το προσωπικό καλλιτεχνικό στίγμα του κάθε καλλιτέχνη εκείνης της εποχής, το δημοτικό τραγούδι (το οποίο είναι αισθητό και εδώ με διασκευές δημοτικών τραγουδιών (Έρη Ερήνη), δημοτικοφανή (Ο Γιάννος και η Παναγιά», την μουσική επένδυση στο κωμειδύλιο Η τύχη της Μαρούλας (1941) του Δημήτρη Κορομηλά).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

ΕΝΤΕΧΝΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ:

1) Έργα για ορχήστρα: 2 “Δωδεκανησιακές Σουίτες”, “Μικρασιατική Ραψωδία”, “3 Ελληνικοί Χοροί” (1950), “Κυκλαδίτικος Χορός”

2) Μουσική δωματίου: “22 τραγούδια και χοροί από τα Δωδεκάνησα” (για πιάνο, 1943-46), “Μικρή Σουίτα σε δωδεκανησιακά θέματα” (βιολί-πιάνο, 1947), “44 παιδικά κομμάτια σε λαϊκά θέματα” (για πιάνο, 1950-51, το πρώτο έργο Έλληνα συνθέτη που εκδόθηκε στην Αμερική: εκδ. Broude Brothers, τίτλος “Greek Miniatures”, 1957), 3 Σονατίνες για πιάνο (1952, “1η”: σε κρητικούς λαϊκούς χορούς, “2η”: σε ηπειρωτικούς λαϊκούς σκοπούς, “3η” σε δωδεκανησιακούς λαϊκούς σκοπούς), “8 νησιώτικοι ελλ. χοροί” (1954), “6 σπουδές σε ελλ. λαϊκούς ρυθμούς” (1956-58), “8 ελλ. νησιώτικοι χοροί” (για 2 πιάνα, 1971), “10 Ελληνικοί σκοποί” για κουιντέτο πνευστών (1972).

3) Τραγούδια: “5 τραγούδια της προσμονής” (σε ποίηση Ταγκόρ, για μεσόφωνο και πιάνο, 1924-80), “5 τραγούδια της αγάπης” (1930-31), “20 τραγούδια του ελληνικού λαού” (1937-47), “Μοιρολόι” (1950), “Καλογριά” (1950), “8 Δωδεκανησιακά και 8 Μικρασιατικά τραγούδια” (για μικτή χορωδία “α καππέλλα”, 1972), πολλές εναρμονίσεις δημοτικών τραγουδιών, κ.λπ. Επίσης, έγραψε σκηνική μουσική σε διάφορα θεατρικά έργα, όπως: “Γιέππε ο βουνήσιος” του Χόλμπεργκαι “Ο Χορός των λωποδυτών” του Ανούιγ (1947). Από τα συμφωνικά έργα του η ΚΟΑ έδωσε σε Α’ εκτέλεση τα εξής: “Από τα Δωδεκάνησα” (23.2.1947, Θ. Βαβαγιάννης, λίγο αργότερα το έργο ενσωματώθηκε στις “Δωδεκανησιακές Σουίτες”), “Πρελούντιο Οστινάτο” (20.2.1949, Θ. Βαβαγιάννης. Αργότερα το έργο ενσωματώθηκε στη “Μικρασιατική Ραψωδία” ως 1ο Μέρος της), “3 Χοροί” (6.4.1952, Θ. Βαβαγιάννης. Αργότερα ενσωματώθηκαν στη “Μικρασιατική Ραψωδία”), “Μικρασιατική Ραψωδία” (16.2.1981, Β. Κολάσης), “3 Ελληνικοί Χοροί” (3.11.1986, Αλ. Συμεωνίδης).

ΕΛΑΦΡΑ ΜΟΥΣΙΚΗ:

1) Οι οπερέτες “Κουμπάρα” (1932), “Έτσι είναι η Ζωή” (λιμπρέτο Δ. Ευαγγελίδη), “Κορίτσια της Παντρειάς” (λιμπρέτο Δ. Ευαγγελίδη – Αλ. Σακελλάριου), “Ρεπορτάζ” (λιμπρέτο Δ. Γιαννουκάκη), κ.ο.κ., έμειναν ονομαστές στο ρεπερτόριο του είδους. Συνέθεσε επίσης και μουσικές κωμωδίες-επιθεωρήσεις, όπως: “Αλεπού”, “Παναθήναια 1940″, “Κολοκυθιά” (του Δ. Γιαννουκάκη, 1933), “Κεραμίδα”, “Μασκώτ”, “Κοκέττα”, “Σιλουέττα” (1938), “Απεργία” (1936), “Περιπέτειες στην επαρχία” (των Αλ. Σακελλάριου-Χρ. Γιαννακόπουλου), “Αλήθειες και ψευτιές” (Δ. Γιαννουκάκη), “Ζήτω ο Ρωμηός” (Μ. Τραϊφόρου, 1947), κ.λπ.

2) ελαφρά τραγούδια: “Καλό σου ταξίδι” (1947), “Συγγνώμη σου ζητώ, συγχώρεσέ με” (1937), “Κάποιο μυστικό” (1938), “Ήταν όνειρο” (1940), “Γιατί, γιατί, γιατί;”, “Θάρθω μια νύχτα με φεγγάρι”, “Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου”, “Πες μου πότε” (1947), “Πόσο λυπάμαι”, “Λες και ήταν χτες”, “Σπιτάκι μου παληό”, “Σαν κι απόψε”, “Τί σου λένε τα λουλούδια” (1947), “Ερι-Ερήνη”, “Μην περιμένεις”, “Το τραγούδι της Μαρίνας”, “Λες και δεν είν’ αλήθεια”, “Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια”, “Τα δικά σου τα μάτια”, “Μια φορά μονάχα ζούμε” (1947), “Πάμε σαν άλλοτε”, “Ο νονός”, “Για σένα μονάχα για σένα”, “Ρούμπα και αρλούμπα”, “Mετά τον Βορονώφ”, “Εκείνοι που δεν κλάψανε”, “Εορτολόγιον” (και τα 4 γραμμένα για επιθεωρησιακά νούμερα του Πέτρου Κυριακού), “Ποτέ δεν θα στο πω”, “Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα”, “Απόψε σε θυμάμαι” (1938), “Βαρκαρόλα”, “Δώσ’ μου δυο φιλιά”, “Ποτέ σου δε μ’ αγάπησες”, “Δεν φταις εσύ”, “Ειν’ όλα ψεύτικα”, “Παίξε, τσιγγάνε”, “Ξέχασέ με” (1933), “Δεν το ξανακάνω”, “To φιλί δεν είναι κρίμα”, “Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα”, “Κοιμήσου”, “Όλο μου λες πως πια δε μ’ αγαπάς”, “Μη φύγεις”, “Πέρσι τέτοιο καιρό”, “Ας σταματήσουμε ως εδώ”, “Θα σε πάρω, θα με πάρεις”, “Σαν δεν αγαπάς” (1938), “Ζητώ να σε ξεχάσω”, “Σ’ αγαπώ” (1938), “Τα νέα της Αλεξάνδρας”, “Ο Γιάννος κι η Παγώνα” (1938), “Του Γιάννου η φλογέρα”, “Εσύ για μένα κι εγώ για σένα”, “Mια γυναίκα”, “Έτσι είν’ η ζωή μωρό μου”, “Ο κουμπάρος κι η κουμπάρα”, κ.λπ. Έγραψε επίσης μουσική για 7 ταινίες, μεταξύ των οποίων: “Προσφυγοπούλα” (1938), “Τελευταία αποστολή”, “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, “Ο μεθύστακας”, κ.λπ.

Έγραψε επίσης μουσική για σοβαρό θέατρο, όπως για Τον χορό των Λωποδυτών του Ανουίγ κ.ά.

Ανδρέας Χανιώτης, Μουσικός – Απόφοιτος Τμήματος Μουσικών Σπουδών ΕΚΠΑ

ΠΗΓΕΣ:

Μουσικό Σχολείο Πειραιά, Γιάννης Κωνσταντινίδης/Κώστας Γιαννίδης, ο συνθέτης με την διπλή καλλιτεχνική ταυτότητα, Εργασία υπό την εποπτεία της κας Ελίζας Κοντοπούλου, 2013

Κωνσταντινίδης – Καθημερινή

Ρένα Βλαχοπούλου – Κώστας Γιαννίδης

Χαλκιά Σοφία, Γιάννης Κωνσταντινίδης, ΠΑ.ΜΑΚ. Θεσσαλονίκη 2013

Αικατερίνη Ρωμανού, Έντεχνη Ελληνική Μουσική στους νεώτερους χρόνους, εκδόσεις Κουλτούρα, 2006.

Τάκης Καλογερόπουλος, Το λεξικό της Μουσικής, Εκδόσεις Γιαλλέλη, Αθήνα 1998.

Advertisements