Ακριτικός Κύκλος

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

 

 

 

Οι ακρίτες ήταν φρουροί των ανατολικών συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήταν ειδικές ομάδες στρατιωτών, οι οποίες είχαν δική τους γη και προνόμια στις συνοριακές περιοχές (φοροαπαλλαγές για την καλλιέργεια της γης), στις οποίες ηταν μόνιμα εγκατεστημένοι. Ακολουθούσαν έναν ιδιότυπο τρόπο ζωής. Η πολεμική εξάσκηση και ετοιμότητα είχε την ίδια προτεραιότητα με την καλλιέργεια της γης και την κτηνοτροφία, ήταν ένας τρόπος ζωής επί μονίμου βάσεως ημιστρατιωτικός. Ασκήσεις γίνονταν σε καθημερινή βάση, όπως επίσης οργανώνονταν ομαδικά κυνήγια, τα οποία κρατούσαν τους πολεμιστές σε εγρήγορση, σωματική ευελιξία και δύναμη. Αυτές οι ομάδες συστάθηκαν κατά την τελευταία περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οργανώθηκαν πιο συστηματικά με τους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες Διοκλητιανό (285-305) και Ηράκλειο (610-641), για να διατηρηθούν ως στρατιωτικό σώμα μέχρι τα χρόνια του Μιχαήλ Η’ του Παλαιολόγου (1252-1282). Συνήθως απέκρουαν επιθέσεις των Σαρακηνών (Αράβων), οι οποίοι ήθελαν να οικειοποιηθούν τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και να επιβάλλουν την θρησκεία τους στους κατοίκους της. Oι Άραβες, καθοδηγούμενοι από τον φανατισμό του θρησκευτικού τους πιστεύω, είχαν αποσπάσει αμετάκλητα τα εδάφη της Αιγύπτου και της Συρίας από το Βυζαντινό κράτος.

Η Μικρά Ασία έγινε τόπος λεηλασιών κι επιδρομών, που ενίοτε έπαιρναν χαρακτήρα συστηματικών εκστρατειών με σκοπό την διάλυση της αυτοκρατορίας. Τα στρατιωτικά σώματα που σχηματίστηκαν, είχαν σκοπό την υπεράσπιση των συνόρων και την πραγματοποίηση αντιποίνων στους εχθρούς, ώστε να αποθαρρυνθούν ανάλογες επιθέσεις των Αράβων στο μέλλον. Το αμυντικό σύστημα των Βυζαντινών βασίστηκε στον χωρισμό της επίμαχης περιοχής στα λεγόμενα θέματα, δηλαδή περιφέρειες με στρατιωτική και πολιτική αυτοτέλεια. Αυτός ο χωρισμός έγινε για λόγους πολεμικής ετοιμότητας και άμεσης αντίδρασης σε εξωτερικές επιβουλές. Στα πλαίσια αυτής της οργάνωσης της άμυνας, έγινε πιο εντατική φρούρηση των συνοριακών περιοχών της οροσειράς Ταύρου, Αντιταύρου και της περιοχής κοντά στον Ευφράτη. Λόγω του ότι οι συνοριακές αυτές περιοχές ονομάστηκαν άκρες, οι φρουροί – κάτοικοί τους έμειναν στην ιστορία ως Ακρίτες. Αυτοί προστάτευαν αποτελεσματικά την Αυτοκρατορία. Δεν έλλειπαν όμως οι διχόνοιες μεταξύ των διοικητών και οι ανταρσίες τους απέναντι στον Αυτοκράτορα.

Οι Ακρίτες εξυμνήθηκαν με τραγούδια, τα οποία απέδιδαν σε αυτούς υπερφυσικές δυνάμεις και μεγάλα ψυχικά χαρίσματα. Τέτοια τραγούδια συναντάμε κυρίως στον Πόντο, στην Καππαδοκία και στην Κρήτη, αλλά και στην Κύπρο και τα Δωδεκάνησα. Σε αυτές τις περιοχές γνώρισαν μεγαλύτερη άνθηση, παρά στην Ηπειρωτική Ελλάδα: εκεί ακούστηκαν λίγο, το ηρωικό πνεύμα εκφράστηκε περισσότερο με τα κλέφτικα. Γνώρισαν πανελλήνια εξάπλωση, τα καλύτερα δείγματα του είδους όμως είναι τα τραγούδια από τον Πόντο, την Καππαδοκία και την Κύπρο. Τα άσματα αυτού του είδους, στα επόμενα χρόνια της δημιουργίας τους διαδόθηκαν στους Σλάβους και στους Ρώσους. Ο λόγος της εξυμνήσεώς τους είναι προφανής: η ευγνωμοσύνη που ένιωθε ο λαός για την προστασία που του πρόσφεραν. Άνθισε αυτή η εξύμνηση τον 9ο αιώνα, η οποία γινόταν κυρίως από αμοιβόμενους λαϊκούς αοιδούς. Η εξύμνηση αυτή σταμάτησε τον 11ο μ.Χ., εποχή κατά την οποία κάμφθηκε η αντίσταση των Μικρασιατών Ελλήνων με την νίκη των Σελτζούκων Τούρκων στην μάχη του Ματζικέρτ το 1071 μ. Χ. Έκτοτε ακολούθησε ο αφελληνισμός και η Τουρκοποίηση της Μικρασίας. Το κείμενο των τραγουδιών αυτού του είδους είναι το αρχαιότερο ποιητικό κείμενο σε νεοελληνική γλώσσα που έχουμε.

Έχουμε μαρτυρία ακριτικού τραγουδιού στο πρώτο τέταρτο του 10ου μ.Χ. αιώνα, από τον επίσκοπο Καισάρειας Αρέθα (Σωκρ. Κουγέας, Λαογρ. 4 (1912-13), σ. 239-240). Πιθανότατα όμως η αρχή αυτού του είδους των επικών τραγουδιών να βρίσκεται στον 8ο μ. Χ. αιώνα. Υπάρχει ένδειξη ότι τα τραγούδια που μιλάνε για τον Κωσταντή, τον Κωνσταντίνο ή τον Κωνσταντά, κάνουν στην ουσία λόγο για τον Βασιλιά Κωνσταντίνο τον Ε’ (741-775), εικάζεται ότι προέρχονται από παλιότερα σχετιζόμενα με το πρόσωπό του τα οποία αργότερα ξεχάστηκαν (H. Gregoire, Etudes sur l’ epopee byzantine, Revue des etudes Greques, τόμ. XLVI(1933) σ. 30-32).

Γενικά η εξύμνησή τους είναι ανάλογη με εκείνη του Ηρακλή, του Αχιλλέα και άλλων ηρώων της αρχαιότητας. Σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη, στα ακριτικά τραγούδια ο ιδανικός τύπος ήρωα είναι νέος σαν τον Αχιλλέα, κραταιός σαν τον Ηρακλή, ένδοξος σαν τον Μέγα Αλέξανδρο (Ν.Γ. Πολίτης, Περί του εθνικού έπους των νεώτερων Ελλήνων, Λαογραφικά σύμμεικτα, τόμ. Α’, σ. 244).

Οι υποθέσεις των τραγουδιών είναι συνήθως αποσπάσματα της ακριτικής ζωής, όπως π.χ. οι έρωτες του Διγενή, η αρπαγή της γυναίκας από τους Άραβες, οι μάχες που έδωσε κ.ά. Τα πιο όμορφα άσματα είναι εκείνα που περιγράφουν τον θάνατό του. Πολλοί ακρίτες έχουν τιμηθεί με τέτοια τραγούδια. Ορισμένοι είναι ο Aνδρόνικος και τα παιδιά του Κωνσταντίνος (Πορφύρης, Ξάντινον) και Γιάννος. Επίσης, είναι ο Βάρδας Φωκάς, ο αδερφός του Νικηφόρος και ο γιος του επίσης Νικηφόρος (ή τρεμαντάχηλος), ο Κωνσταντής ή Κωνσταντάς (όνομα που μάλλον περιγράφει πολλά ιστορικά πρόσωπα: τον στρατηγό Κωνσταντίνο Δούκα, τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’, τον στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη), το Συριόπουλο ή Σκληρόπουλο (με αυτό το όνομα περιγραφόταν στα τραγούδια ο πατρίκιος Ρωμανός Σκληρός), ο Αρέστης (δηλαδή ο στρατηγός Ορέστης Χαρσιανίτη), ο Αζγουρής (δηλαδή ο Λέοντας Αργυρός, που δραστηριοποιήθηκε την εποχή του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’), ο Τσαμαδός (ο Gregoire θεωρεί πως ο Τσαμαδός πήρε το όνομά του από το βυζαντινό θέμα της Τσαμαδού της Μικράς Ασίας, εντός του οποίου υπάρχει χείμαρρος που έχει το ίδιο όνομα).

Γενικά, είναι δυσδιάκριτα τα ιστορικά πρόσωπα που περιγράφονται με τα ονόματα των Ακριτών. Τα τραγούδια τους είναι γεμάτα μυθικές περιγραφές, οι οποίες κάνουν δυσδιάκριτα τα πρόσωπα. Είναι επικά τραγούδια, με ζωηρή και λιτή έκφραση. Οι ήρωες διακρίνονται για την γενναιότητα, αλλά και το τίμιο φέρσιμό τους απέναντι στον αντίπαλο. Δεν τον χτυπάνε όταν είναι σε αδύναμη θέση (κατάσταση ύπνου κ.ά.).

Το πλέον γνωστό πρόσωπο που υμνήθηκε με ακριτικά τραγούδια είναι ο Διγενής Ακρίτας. Ονομάζεται Βασίλειος. Αποκαλείται Ακρίτας λόγω επαγγέλματος. Κατά μία άποψη το όνομα Διγενής του δόθηκε λόγω καταγωγής: η μητέρα του ήταν Ελληνίδα κι ο πατέρας του Άραβας. Επίσης, έχει διατυπωθεί και η γνώμη ότι το όνομα αυτό εννοεί καταγωγή από δυο γένη, όχι όμως έθνη: ο ήρωας ήταν ημίθεος, μισός θεός και μισός από το γένος των ανθρώπων (Σ. Ευσταθιάδη Τα τραγούδια του Ποντιακού Λαού, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1992). Επικρατέστερη και ευρύτερα αποδεκτή τοποθέτηση για το θέμα όμως ήταν εκείνη του βυζαντινολόγου Gregoire, είναι πως το όνομα “Διγενής” περιγράφει στην πραγματικότητα κάποιον βυζαντινό αξιωματικό που λεγόταν Διογένης και πέθανε σε μάχη το 788 μ.Χ., στην περιοχή του Ταύρου. Τον συναντάμε σε διάφορα τραγούδια να ονομάζεται Γιγενής, Γιάννης, Γιαννακής, Γιαννακός, Γιαννής, Διονής, Ιγιανής, Ιενής. Στο παρακάτω τραγούδι περιγράφεται ο θάνατός του, κι η μάχη του με τον Χάρο:

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΨΥΧΟΜΑΧΕΙ

Στίχοι:

Ο Διγενής ψυχομαχεί
κι η γης τόνε τρομάζει
κι η πλάκα τον ανατριχιά
πως θα τόνε σκεπάσει
γιατί από `κειά που κοίτεται
λόγια `ντρειωμένου λέει:

Νάχεν η γης πατήματα
κι ο ουρανός κερκέλια
να πάτουν τα πατήματα
να `πιανα τα κερκέλια
ν’ ανέβαινα στον ουρανό,
να διπλωθώ να κάτσω
να δώσω σείσμα τ’ ουρανού.

Αξίζει να παρουσιάσουμε ένα Κυπριακό τραγούδι με θέμα την πάλη του ήρωα με τον Χάρο:
Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΤΖΙ΄ Ο ΚΑΟΥΡΑΣ

Στίχοι:

Κάτω στην άκρην των ακρών, στον άρκον καλαμιώναν,
Κάουρος εδρακόντεψεν τζιαί τρώει τους αντρειωμένους,
Τους αντρειωμένους τους καλούς, τους καστροπολεμίτες.

Χαπάρκα τζαι μηνύματα, του βασιλιά τζαι πάσειν,
Έλα να δεις α βασιλιά, ίντα δισπύκρκον πράμαν,
Κάτω στην άκρην των ακρών, στον άρκον καλαμιώναν.

Κάουρος εδρακόντεψεν τζαι τρώει τους αντριωμένους,
Νύχταν πατά τες χώρες τους, πατά τζαι τα παιδκιά τους,
Πατά τζαι τες γενέτζιες τους, στέκει τζι’ αναγελά τους.

Χαπάρκα τζαι μηνύματα, του Διγενή τζαι πάσειν,
Έλα να παμεν Διγενή, τζαι ο βασιλιάς σε θέλει,
Σαν τ’ άκουσεν ο Διγενής λαλεί τους μισταρκούς του.

Τζαι φέρτε μου τον μαύρον μου, τον πετροκαταλίτην,
Που κοκκαλιεί τα σίδερα, τζαι πίνει τον αφρίτην,
Φέρτε μου το ττοππούζιν μου, τζίνο το σιλιολίτριν.

Φέρτε μου το σπαθάτζιν μου, τζίνον το γρουσαφένον,
Πον’ ο Χριστός τζ΄ Άης Λάζαρος, πάνω ζωγραφισμένος,
Ταβρά τον τζαι τον μαύρον του, σαν ήτουν μαθημένος.

Πιάννει το τζίνον το στρατίν, τζίνον το μονοπάτιν,
Το μονοπάτιν φκάλλει τον, στου βασιλιά την πόρταν,
Ώρα καλή σου βασιλιά, καλώς το παλλικάρην.

Ίντα με θέλεις βασιλιά, τζαι μήνυσες μου τζ’ ήρτα,
Τζαι πολοάται ο βασιλιάς, του Διγενή τζαι λέει,
Έπαρ’ μου λλίην υπομονήν, λλίην καρτεροσύνην.

Κάτω στην άκρην των ακρών, στον άρκον καλαμιώναν,
Κάουρος εδρακόντεψεν τζαι τρώει τους αντριωμένους,
Τζι’ αν ρέξουν δκυό σκοτώνει τους, τζι’ αν ρέξουν τρεις ρουφά τους.

Πιάννει το τζίνον το στρατίν, τζίνον το μονοπάτιν,
Το μονοπάτιν φκάλλει τον, Καούρου το στιάδιν,
Καλώς ήρτεν ο Διγενής, να φάει να πιεί μητά μου.

Τζαι πολοάται ο Διγενής, του Κάουρα τζαι λέει,
Εν ήρτεν δα ο Διγενής να φάει να πιεί κοντά σου,
Μον’ ήρτεν δα ο Διγενής, έσχιει καφκάν μητά σου.

Γυρίζει το ττοππούζιν του, τζίνον το σχιλιολύτριν,
Τζαι μιαν του Κάουρα έδοκεν, που πάνω στην καυκάλλαν,
Δεν ήτουν πύρκος να ραεί, για όρος να χαλάσει.

Αννοίει τες αγκάλες του, τζαι τον Θεόν δοξάζει,
Δοξάζω σε γλυτζιέ Θεέ, τζι’ εσέν τζαι τ’ όνομαν σου,
Καμιά δουλειά δεν γίνεται, δίχα το θέλημάν σου.

Τζαι πολοάται ο Κάουρας, μισοξεψυσχισμένα,
Ά Διγενή χαρίζω την, καυκάλλαν μου σ’ εσέναν,
Θεός σου επαράτζιλεν, τζι’ εσκότωσες μ’ εμεναν.

O Διγενής παρουσιάζεται με υπεράνθρωπη δύναμη, ανάλογη με εκείνη του αρχαίου ήρωα Ηρακλή. Έκανε παρόμοιους άθλους. Τα τραγούδια που σχετίζονται με το πρόσωπό του (σχετικά με τους συγγενείς, τη γυναίκα του, τον γάμο του, τις περιπέτειές του, την μάχη του με τον Χάρο) μπορούν να θεωρηθούν ως ξεχωριστός κύκλος τραγουδιών. Φαίνεται πως έχουν αντιστοιχίες με διάφορα επεισόδια από το λόγιο έπος του Διγενή Ακρίτα (Βλ. Πέτρου Π. Καλονάρου, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, τόμ. Α’, εισαγ. σελ. κδ’ – λγ’, Αθήνα 1941. St. Kyriakides, Forchungsbericht zum Akritas Epos, Bericht zum XI. Internationalen Byzantinisten-Kongress; Munchen 1958, Munchen 1960, σελ. 2 κ. εξ.).

Ένας ακόμα γνωστός Ακρίτας είναι ο Αρμουρής. Σε μια περίοδο που οι μάχες μεταξύ των Βυζαντινών και των Αράβων γνώρισαν ιδιαίτερη ένταση, ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος (δυναστεία του Αμορίου) διώχνει τους εχθρούς από διάφορες βυζαντινές πόλεις το 837 μ.Χ. Η εκδίκηση θα έρθει ένα χρόνο αργότερα από τον χαλίφη Μουτασέν, ο οποίος θα καταλάβει και θα καταστρέψει την Άγκυρα. Ο ίδιος εισβολέας θα αφανίσει το Αμόριο της Φρυγίας. Η Φρυγία ήταν ιδιαίτερη πατρίδα της τότε βυζαντινής δυναστείας. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Γ’ θα ανακτήσει την Άγκυρα το 859 μ.Χ. Ενώ το 863 μ.Χ. θα νικήσει τον εμίρη της Μελιτηνής Ομάρ. Σύμφωνα με τον Δ. Ζακυθηνό, το τραγούδι του Αρμουρή είναι το τραγούδι της εκδίκησης της Άγκυρας, ενώ ως Αρμουρής υπονοείται η πόλη του Αμορίου (Δ. Ζακυθηνού, Επισκόπησις της Βυζαντινής Ιστορίας, Μ.Ε.Ε., Συμπλήρωμα, τ. Β’, σελ. 211). Ως Αρμουρόπουλο εννοείται ο Μιχαήλ Γ’ – δηλαδή ως γιος του Αρμουρή ή Καλομοίρη ή Καλομούρου (Βλέπε Κ. Ρωμαίου: ό.π., σελ. 20).

Τ’ ΑΡΜΟΥΡΗ Ο ΥΙΟΝ

Στίχοι:
1  Σήμερον ἄλλος οὐρανός, σήμερον ἄλλη ἡμέρα,
σήμερον τὰ ἀρχοντόπουλα θέλουν καβαλλικεύσει·
μόνον τοῦ κὺρ Ἀρμούρη ὁ υἱὸς οὐδὲν καβαλλικεύει.
Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει:

5  «Μάννα, νὰ πιχαρῇς τ᾿ ἀδέλφια μου,
νὰ ἰδῇς καὶ τὸν πατέρα μου, μάννα, ἂς καββαλικεύσω».
Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα τοῦ Ἀρμούρην συντυχαίνει:
«Ἐσὺ μικρὸς καὶ ἀνέλικον, καβάλλα δὲν σὲ πρέπει.
Ἀμμὴ ἂν θέλῃς, υἱὲ καλέ, διὰ νὰ καβαλλικεύσῃς,

10 ἀπάνω κρέμεται τὸ κοντάριν τοῦ πατρός σου,
τὸ ἅρπαξεν ὁ κύρης σου ἐκ τὴν Βαβυλωνίαν,
ἀπάνω κάτω ὁλόχρυσον διὰ λίθου μαργαριτάρι·
καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς μιὰν φοράν, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς δύο,
καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεῖς φορές, τότε νὰ καβαλλικεύσῃς».

15 Καὶ τότε πάλε τὸ παιδίν, τὸ μικρὸν Ἀρμουροπούλιν,
κλαίοντας ἀνεβαίνει τὴν σκάλαν, γελῶντας κατεβαίνει.
Προτοῦ τὸ πιάσῃ ἐπιάνετον, προτοῦ τὸ σείσῃ ἐσειέτον,
εἰς τὸν βραχίονα του τό ῾δεσεν, ἐσείστη, ἐλυγίστη.
Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει.

20 «Θέλεις, θέλεις, μάννα μου, ὀμπρός σου νὰ τὸ τσακίσω;»
Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα του τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
«Ἄμετε, ἰδέτε, οἱ ἄρχοντες, καὶ στρώσετε τὸν μαῦρον·
στρώσετε, χαλινώσετε, τὸν μαῦρον τοῦ πατρός του,
ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, σιμὰ εἰς νερὸν οὐδὲν ἐπῆε,

25 ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, οὐδὲν καβαλλικεύθη,
καὶ τρώγει τὸ καρφοπέταλον, στέκει παλουκουμένον».
Ἐδιέβησαν οἱ ἄρχοντες καὶ στρώνουν του τὸν μαῦρον,
ἔδωκεν εἰς τοὺς βραχίονες του καὶ εὑρέθη καβαλλάρης.
Ὥστε νὰ εἰπῇ «ἔχετε ὑγείαν», ἐδιέβη τριάντα μίλια,

30 ὥστε νὰ τὸν ἐπιλογηθοῦν, ἐδιέβη ἑξῆντα πέντε.
Ἐκεῖ ἐδιὲ καὶ ἀνεβοκατέβαινε ἀντίπερα τὸν Ἀφράτην,
ἀνέβη καὶ ἐκατέβη τον, καὶ πόρον οὐδὲν εὑρίσκει.
Σαρακηνὸς ἐστέκετον, στέκει, ἀναγελᾷ τον:
«Σαρακηνοὶ ἔχουσιν φαρία, ὁποὺ διώχνουν τοὺς ἀέρες,

35 τὴν φάσαν καὶ τὴν πέρδικα ἀπὸ πτεροῦ τὴν παίρνουν,
καὶ τὸν λαγὸν εἰς τὸν ἀνήφορον ἀπὸ δρομοῦ τὸν σώνουν,
κρατοῦν καὶ κολακεύουν τα καὶ ἐλεύθερα τὰ ἀφίνουν,
καὶ πάλε δὲ ὅταν τοὺς φανῇ, τρέχουσιν, πιάνουσίν τα,
καὶ τὸν Ἀφράτην ποταμὸν οὐκ ἠμποροῦν περᾶσαι,

40 καὶ ἐσὺ μὲ τὸ παρίππιν σου θέλεις νὰ τὸν περάσῃς;»
Τὸ νὰ τ᾿ ἀκούσῃ ὁ νεώτερος πολλὴν μανίαν ἐπῆρεν·
πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, διὰ νὰ περάσῃ πέρα.
Ἦταν ὁ Ἀφράτης δυνατός, ἦτον καὶ βουρκωμένος,
εἶχεν καὶ κύματα βαθέα, ἦτον καὶ ἀποχυμένος,

45 πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του κρούει τον καὶ ὑπάγει,
στριγγιὰν φωνὴν ἀνέσυρεν, ὅσην καὶ ἂν ἐδυνέτον:
«Εὐχαριστῶ σε, Θεὲ καλέ, καὶ μυριοευχαριστῶ σε,
ἐσὺ μὲ ἐδῶκες τὴν ἀνδρείαν καὶ μὲ τὴν παίρνεις τώρα».
Τοῦ ἦλθε φωνὴ ἀγγελικὴ ἐξ οὐρανοῦ ἀπάνω:

50 «Καὶ μπῆξε τὸ κοντάρι σου εἰς τὴν φοινικέαν τὴν ρίζαν,
καὶ μπῆξε καὶ τὰ ροῦχα σου ὀμπρὸς εἰς τὸ μπροστοκούρβιν,
κέντεσε καὶ τὸν μαῦρον σου καὶ νὰ περάσῃς πέρα».
Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του κ᾿ ἐπέρασέ τον πέρα.
Ν᾿ ἀφήσῃ καν τὰ ροῦχα του ὁ νέος νὰ στεγνώσουν,

55 πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, εἰς τὸν Σαρακηνὸν ὑπάγει,
καὶ σφόνδυλον τὸν ἔδωσε καὶ ἐξεσαγόνιασέ τον:
«Εἰπέ, μωρὲ Σαρακηνέ, ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα;»
Καὶ τότε ὁ Σαρακηνὸς τοῦ Ἀρμούρη συντυχαίνει:
«Θεέ μου, σαλὰ ρωτήματα, τὰ ἔχουν οἱ ἀνδρειωμένοι,

60 πρῶτα νὰ κροῦν τὲς σφονδυλεὲς καὶ τότε νὰ ρωτοῦσιν.
Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάννα,
ἐψὲς ἐξεδιαλέχθημεν κἂν ἑκατὸν χιλιάδες,
ὅλοι καλοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ πρασινοσκουταρᾶτοι,
ἔναι καὶ ἄνδρες δυνατοὶ οὐδὲ χιλίους φοβοῦνται,

65 οὐδὲ χιλίους, οὐδὲ μυρίους, οὐδὲ ὅσοι τοὺς ἀπαντήσουν».
Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, ἄνω εἰς βουνὶν ἀνέβη,
φουσσᾶτον εἶδεν κ᾿ ἐγνώμιασεν ἀριφνισμὸν οὐκ ἔχει.
Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν ανογᾶται, λέγει:
«Ἂν τοὺς πηδήσω ἀρμάτωτους, πάντα καυχᾶσθαι θέλουν,

70 ὅτι τοὺς ηὗρα ἀρμάτωτους καὶ ἐπῆρα τους τὴ πρόβαν».
Στριγγιὰν φωνὴν ἐλάλησεν, ὅσον καὶ ἂν ἐδύνετον:
«Σαρακηνοί, ἀρματώνεσθε, σκυλιὰ μαγαρισμένα,
λουρικωθῆτε γλήγορα,
εἰς ἀπιστίαν μὴ τό ῾χετε ὅτι ἀπέρασεν ὁ Ἀρμούρης

75 ὁ Ἀρμουρόπουλος, τοῦ Ἀρμούρη ὁ υἱός, ὁ ἀρεύστης, ὁ ἀνδρειωμένος»
Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκείαν του μάννα,
ὅσ᾿ ἄστρη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ φύλλα εἰς τὰ δένδρη,
οὕτως ἐκαταπέσασιν οἱ σέλλες εἰς τοὺς μαύρους.
Ἔστρωσαν καὶ ἐχαλίνωσαν, πηδοῦν, καβαλλικεύουν.

80 Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν καὶ αὐτὸ καλοταρίστη.
Ὡραῖον σπαθίτζιν ἔσυρε ἀπὸ ἀργυρὸν φηκάριν,
εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ ἀπέταξεν, εἰς τὸ χέριν του τὸ δέχθη.
Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του, ἐκεῖ κοντὰ ζυγώνει:
«Ἀπὸ τὸ γένος διαβῶ, ἂν σᾶς ἀλησμονήσω».

85 Καὶ συγκροτάει πόλεμου κοντά, ἀνδρειωμένα,
τὲς ἄκρες, ἄκρες ἔκοπτε, ἡ μέση ἐδαπανᾶτον.
Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάννα,
ὅλη μέρα τοὺς ἔκοπτε τὴν ἀνωποταμία,
καὶ ὅλη νύκτα τοὺς ἔκοπτε τὴν κατωποταμίαν.

90 Ἔθεσε καὶ ἀποθέσεν τους, κανέναν δὲν ἀφῆκε.
Ἀπέζεψε ὁ νεώτερος νὰ τὸν βαρήσῃ ὁ ἀέρας,
καὶ ἕνα Σαρακηνὸ σκυλίν, σκυλὶν μαγαρισμένον,
ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλεν καὶ ἐπῆρε του τὸν μαῦρον,
ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλε καὶ ἐπῆρε τὸ ραβδίν του.

95 Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον γλυκύν, μὰ τὴν γλυκείαν του μάννα,
σαράντα μίλια τὸν ἐδίωχνε πεζὸς μὲ τὰ γονάτια,
καὶ ἄλλα σαράντα τέσσαρα πεζὸς μὲ τὸ λουρίκιμ,
ἐκεῖ τὸν ἐκατέφθασε εἰς τῆς Συρίας τὴν πόρταν,
καὶ ἐβγαίνει τὸ σπαθίτσι του καὶ παίρνει του τὸ χέριν:

100 «Ἄμε καὶ σύ, Σαρακηνέ, νὰ πῇς κ᾿ ἐσὺ μαντᾶτο».
Ὁ κύρης του ἔξω κάθητο εἰς τῆς φυλακῆς τὴν πόρταν,
τὸν μαῦρον του ἀνεγνώρισεν καὶ τὸ ραβδὶν τοῦ υἱοῦ του,
τὸν καβαλλάρην οὐδὲν θωρεῖ καὶ πὰ νὰ βγῇ ἡ ψυχή του.
Βαρέα βαρέα ἀναστέναξεν καὶ ἐσείστη ὁ πύργος ὅλος.

105 Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τοὺς ἄρχοντες ἐλάλει:
«Ἄμετ᾿ ἰδέτε, οἱ ἄρχοντες, τί ἔχει καὶ ἀναστενάζει;
Ἂν ἔν τὸ γιόμα του κακόν, νὰ φάγῃ ἐκ τὸ δικό μου,
εἴτ ἔναι τὸ οἰνάριν του, νὰ πίῃ ἐκ τὸ δικό μου,
εἴτε βρωμᾷ ἡ φυλακή, νὰ τὴν μοσχοκαπνίσουν,

110 εἴτ᾿ εἶναι βαρέα τὰ σίδερα, νὰ τὰ λαφροκοπήσουν».
Καὶ τότε πάλε ὁ Ἀρμούρης τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
«Οὐδ᾿ ἔν τὸ γιόμα μου κακόν, νὰ φάγω ἐκ τὸ δικόν του,
οὐδὲ τὸ οἰνάριν μου κακόν, νὰ πίω ἐκ τὸ δικόν του,
οὐδ᾿ ἔν βαρέα τὰ σίδερα, νὰ τὰ λαφροκοπήσουν.

115 Τὸν μαῦρον ἀνεγνώρισα καὶ τὸ ραβδὶν τοῦ υἱοῦ μου,
τὸν καβαλλάρην οὐδὲν θωρῶ καὶ ὑπὰ νὰ ἐβγῇ ἡ ψυχή μου».
Καὶ τότε πάλε ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
«Καρτέρεσε, Ἀρμούρη μου, καρτέρεσε ὀλίγον,
νὰ δώσουν τὰ ὄργανα βαρέα, τὰ βούκινα μεγάλα,

120 νὰ μαζωχθῇ ἡ Βαβυλωνιὰ καὶ ὅλη ἡ Καππαδοκία,
καὶ ὅπου καὶ ἂν ἔνι ὁ υἱόκας σου
πιστάγκωνα καὶ ἐξάγκωνα ὀμπρός σου νὰ τὸν φέρουν.
Ἀνέμενε, ὁ Ἀρμούρης μου, ἀνέμενε ἄλλον ὀλίγον».
Καὶ ἔδωσαν τὰ ὄργανα βαρέα, τὰ βούκινα μεγάλα,

125 νὰ μαζωχθῇ ἡ Βαβυλωνία καὶ ἡ Καππαδοκία·
τινὰς οὐκ ἠμαζώνετον, μόνον ὁ κουτζοχέρης.
Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τοῦ κουτζοχέρη ἐλάλει:
«Εἰπές, μωρὲ Σαρακηνέ, ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα;»
Καὶ τότε ὁ Σαρακηνὸς τὸν ἀμιρᾶν ἐλάλει:

130 «Ἀνέμενε, ὁ αὐθέντης μου, ἀνέμενε ἄλλον ὀλίγον,
νὰ φέρουν φῶς τὰ ὀμμάτια μου καὶ τῆς ψυχῆς μου ἀέρα,
νὰ μαχθῇ τὸ αἷμα μου εἰς τὸ καλόν μου χέριν,
καὶ τότε νὰ σ᾿ ἀφηγηθῶ τὸ ποῦ ἔναι τὰ φουσσᾶτα.
Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄρχοντες, ἄστοχα σᾶς τὸ λέγω.

135 Ὀψὲς ἐξεδιαλέχθημεν κἂν ἑκατὸν χιλιάδες,
ὅλοι καλοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ πρασινοσκουταρᾶτοι,
ἦσαν καὶ τέτοιοι ἀπὸ ἐκείνους, χιλίους οὐδὲν ἐφοβοῦνταν,
οὐδὲ χιλίους, οὐδὲ μυρίους, οὐδὲ ὅσοι τοὺς ἀπαντοῦσαν.
Μικρὸν παιδὶν ἐφάνηκεν ἀπάνω εἰς ἄγριον ὄρος,

140 στριγγίαν φωνὶτζαν ἔσυρεν, ὅσην καὶ ἂν ἐδυνέτον:
«Σαρακηνοί, ἀρματώνεσθε, σκυλία, λουρικωθῆτε,
εἰς ἀπιστίαν μὴ τὸ ἔχετε ὅτι ἀπέρασεν ὁ Ἀρμούρης,
ὁ Ἀρμουρόπουλος, τοῦ Ἀρμούρη ὁ υἱός, ὁ ἀρέστης, ὁ ἀνδρειωμένος».
Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,

145 ὅσα ἄστρα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ φύλλα εἰς τὰ δένδρη,
οὕτως ἐκαταπέσασιν οἱ σέλλες εἰς τοὺς μαύρους.
Ἔστρωσαν κ᾿ ἐχαλίνωσαν, πηδοῦν, καβαλλικεύουν.
Καὶ τότε πάλι τὸ παιδὶν καὶ αὐτὸ καλοταρίστη.
Ὡραῖον σπαθίτζιν ἔσυρε ἀπ᾿ ἀργυρὸν φηκάριν,

150 εἰς τὸν οὐρανὸν τ᾿ ἀπέταξεν, εἰς τὸ χέριν του τὸ ἐδέχθη.
Πτερνιστηρέαν τὸν μαῦρον του ἐκεῖ κοντὰ ζυγώνει:
«Ἀπὸ τὸ γένος του διαβῶ, ἂν σᾶς ἀλησμονήσω.»
Τὲς ἄκρες ἄκρες ἔκοπτεν καὶ ἡ μέση ἐδαπανᾶτον.
Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,

155 ὅλη μέρα μᾶς ἔκοπτεν τὴν ἀνωποταμίαν,
καὶ ὅλη νύκτα μᾶς ἔκοπτε τὴν κατωποταμίαν.
Ἔθεσε καὶ ἀπόθεσεν μας, κανέναν οὐδὲν ἀφίνει.
Καὶ ἐπέζευσεν ὁ νεώτερος διὰ νὰ τὸν δώσῃ ὁ ἀέρας,
καὶ ἐγὼ ὡς καλὸς καὶ φρόνιμος ἐγκρύμματα τὸν βάνω,

160 ἐγκρύμματα τὸν ἔβαλα καὶ ἐπῆρα του τὸν μαῦρον.
Μὰ τὸν κὺρ ἥλιον τὸν γλυκύν, μὰ τὴν γλυκεῖαν του μάνναν,
σαράντα μίλια μὲ ἐδίωχνεν πεζὸς μὲ τὰ γονάτια,
καὶ ἄλλα σαράντα τέσσαρα πεζὸς μὲ τὸ λουρίκιν.
Ἐδῶ κοντὰ μὲ ἔφθασεν εἰς τῆς Συρίας τὴν πόρταν,

165 καὶ σύρνει τὸ σπαθίτσιν του καὶ παίρνει μου τὸ χέριν:
«Ἄμε καὶ ἐσύ, Σαρακηνέ, νὰ εἰπῇς κ᾿ ἐσὺ μαντᾶτον».
Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
«Καλὰ εἶναι αὐτά, ὁ Ἀρμούρης μου, τὰ κάμνει ὁ υἱός σου;»
Καὶ τότε πάλιν ὁ Ἀρμούρης μου ὡραῖον χαρτίτζιν γράφει,

170 μὲ τὸ πουλὶν τὸ ἔστειλεν, τ᾿ ὡραῖον χιλιδονάκι:
«Εἰπὲ τῆς σκύλας τὸν υἱόν, τῆς ἀνομίας τὸ τέκνον,
ὅπου εὕρῃ Σαρακηνὸν νὰ τὸν ἐλεημονᾶται,
μὴ λάχῃ εἰς τὰς χεῖρας τους καὶ ἐλεημοσύν᾿ οὐκ ἔχει».
Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν ὡραῖον χαρτίτζιν γράφει,

175 μὲ τὸ πουλὶν τὸ ἔστειλεν, τὸ ὡραῖον χιλιδονάκιν:
«Εἰπέτε τὸν αὐθέντη μου καὶ τὸν γλυκύν μου κύρην,
ἕως οὗ βλέπω τὰ ὁσπίτια μου διπλομανταλωμένα,
ἕως οὗ βλέπω τὴν μάνναν μου τὰ μαῦρα φορεσμένην,
καὶ ἐβλέπω καὶ τὰ ἀδέλφια μου τὰ μαῦρα φορεμένα,

180 ὅπου καὶ ἂν εὕρω Σαρακηνὸν τὸ αἷμα του νὰ πίνω.
Καὶ ἂν μὲ παραμανιώσουσιν, εἰς τὴν Συρίαν νὰ πέσω,
τὰ στενορύμια τῆς Συρίας κεφάλια νὰ γεμίσω,
τὰ ξηρορυάκια τῆς Συρίας αἷμα νὰ τὰ γεμίσω».
Τὸ νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ ἀμιρᾶς, πολλὰ τὸν ἐφοβήθη.

185 Καὶ τότε πάλε ὁ ἀμιρᾶς τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
«Ἀμέτε, ἀμέτε, οἱ ἄρχοντες, ἐβγάλετε τὸν Ἀρμούρην,
καὶ ἀμέτε τον εἰς τὸ λουτρόν, διὰ νὰ λουστῇ ν᾿ ἀλλάξῃ,
εἰς τὸ γιόμαν μου τὸν φέρετε, νὰ φάγῃ μετ᾿ ἐμένα».
Ἐδιέβησαν οἱ ἄρχοντες καὶ ἐβγάνουν τὸν Ἀρμούρην,

190 ἐβγάνουν τονἐκ τὰ σίδερα καὶ ἐκ τὰ βαρέα χερόψια,
εἰς τὸ λουτρὸν ἐδιάβησαν κ᾿ ἐλούστη καὶ ἀλλάσσει,
εἰς τὸν ἀμιρᾶν ἐδιάβησαν κ᾿ ἐγεύθη μετ᾿ ἐκεῖνον.
Καὶ τότε πάλιν ὁ ἀμιρᾶς τὸν Ἀρμούρην ἐλάλει:
«Ἄμε, ἄμε, ὁ Ἀρμούρης μου, ἄμε εἰς τὰ γονικά σου,

195 καὶ παίδευε καὶ τὸ παιδίν, γαμπρὸν τὸν θέλω πάρει,
οὐδὲ εἰς τὴν ἀνεψίαν μου, οὐδὲ εἰς τὴν ἐξαδέλφην,
μόνον εἰς τὴν θυγατέρα μου, τὴν ἔχω φῶς καὶ μάτια.
Καὶ παίδευέ το τὸ παιδίν
ὅπου καὶ ἂν εὕρῃ Σαρακηνόν, νὰ τὸν ἐλεημονᾶται,

200 καὶ ἂν λάχῃ κέρδος τίποτες, ἀντάμα νὰ τὸ μοιράζουν,
καὶ νά ῾ναι ἀγαπημένοι».

Ένας ακόμα σημαντικός Ακρίτας ήταν ο Θεοφύλακτος. Αυτός, κατά τον Gregoire, ήταν ο Θεοφύλακτος Αβάστακτος, αξιωματικός του αυτοκράτορα Βασιλείου Α’ του Μακεδόνα (867-886) και πατέρας του αυτοκράτορα Ρωμανού Α’ του Λακαπηνού (920-944). Άλλος, επίσης γνωστός, ήταν ο Πορφύρης:

ΤΟΥ ΠΟΡΦΥΡΗ

Στίχοι:

Xήραν παιδίν εγέννησε και λεν τονε Πορφύλη.
Στα σίδερα το γέννησεν, στη φυλακή το θρέβει,
χρονιάρης πιάνει το σπαθί στα δύο το κοντάρι,
στα τρία και στα τέσσερα, πηνεύ’ καβαλικεύει.
Πήνευσε, καβαλίκευσε, ’κατό δρόμους πηγαίνει
κι ως τ’ άκουσε κι ο βασιλιός πολύ τον εβαριώθη.
Ας σωρευτεί τ’ αλλάγι μου κι όλο προαλλαγιά μου
όποιος τρώει το (γ)έμα μου στον Πορφυλή να πάει.
Ως τ’ άκουσε κι ο Πορφυλής αρνιοβοσκός και βγήκε.
Bόσκει τα παραβόσκει τα, ’κατό δρόμους τα βγάζει.
Φανήκανε Σαρακηνοί σαν τ’ άστρα, σαν τα φύλλα.
Τ’ άστρα έχουνε μέτρωση, τα φύλλα έχουν ψήφους
ετούτα μέτρος δεν έχουν και ψήφους κι εν ψηφιένται.
Nα μη σε πούμε αρνιοβοσκός, εδώ Πορφύλην είδετ’ ;
Eδώ Πορφύλ’ πολλά είναι, το ποιο Πορφύλ’ γυρεύετ’;
Eκειό της χήρας τον υγιό, της ερημιάς το ’γγόνι.
Xήρας υγιός εγώ είμαι, της ερημιάς το ’γγόνι.

 

Ανδρέας Χανιώτης, Μουσικός -Απόφοιτος Τμήματος Μουσικών Σπουδών ΕΚΠΑ

ΠΗΓΕΣ:

Σ. Δημητρακόπουλου, Ιστορία και δημοτικό τραγούδι, εκδόσεις Παρουσία, Αθήνα 1993.

Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Η Ποίηση του Νέου Ελληνισμού, Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Β’ έκδοση – Αθήνα 1994.

Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, Αθήνα 1975.

Advertisements