Οι Αρχαιοι Λαοί της Εγγύς Ανατολής

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Οι Σουμέριοι

Η περιοχή των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη αποτέλεσε το χώρο εμφάνισης και εξέλιξης των πρώτων μεγάλων πολιτισμών. Οι Σουμέριοι, οι Ακκάδιοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Ασσύριοι ήταν οι σημαντικότεροι λαοί που κατοίκησαν στην περιοχή. Οι Σουμέριοι την 4η χιλιετία π.Χ. εγκαταστάθηκαν στη νότια Μεσοποταμία. Κατάφεραν με σκληρή και ομαδική δουλειά την άρδευση της γης από τα νερά των ποταμών, που τους επέτρεψε να μεταβάλουν την άγονη γη σε εύφορη για την παραγωγή σιτηρών. Ανακάλυψαν τον τροχό και τον χρησιμοποίησαν πέρα από την άρδευση της γης στην κατασκευή του άρματος και σε άλλες δραστηριότητες της καθημερινής ζωής. Ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία, την παραγωγή υφασμάτων, την κατασκευή επίπλων, τη μικροτεχνία και τη μεταλλοτεχνία. Ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με άλλους λαούς ανταλλάσοντας γεωργικά και κτηνοτροφικά αγαθά με πρώτες ύλες, κυρίως μέταλλα. Επινόησαν ορισμένα μέτρα και τα πρώτα νομίσματα για να διευκολύνουν τις συναλλαγές τους. Πρώτοι χρησιμοποίησαν γραφή με χαρακτήρες που μοιάζουν με σφήνες. Τη γραφή αυτή υιοθέτησαν κι άλλοι λαοί της Εγγύς Ανατολής, όπως οι Ακκάδιοι, οι Ελαμίτες, οι Χετταίοι, οι Ασσύριοι και οι Πέρσες. Η ανακάλυψη της σφηνοειδούς γραφής και η ανάπτυξη των επιστημών βασίστηκαν σε πρακτικές γνώσεις που κατακτήθηκαν μέσα από την καθημερινή τους εργασία. Εκτός από τις εμπειρικές γνώσεις χωρομετρίας, γεωμετρίας, αριθμητικής, φαρμακευτικής και ιατρικής ασχολήθηκαν με την αστρολογία και στη συνέχεια με την αστρονομία. Επινόησαν τη χρήση της ψημένης στον ήλιο πλίνθου, από άργιλο, ως οικοδομικό υλικό και για την κατασκευή πήλινων πινακίδων ως γραφική ύλη. Έχουν σωθεί σουμερικά έργα τέχνης ολόγλυφα ή ανάγλυφα που παρουσιάζουν εικόνες της καθημερινής ζωής καθώς και δημιουργήματα μικροτεχνίας, κυρίως σφραγιδογλυφίας. Η μουσική φαίνεται να είχε σημαντικό ρόλο στη ζωή των Σουμέριων μιας και έχουν σωθεί παραστάσεις μουσικών οργάνων, ενώ αυθεντικές άρπες βρέθηκαν σε βασιλικούς τάφους.

Οι Σουμέριοι οργανώθηκαν σε ανεξάρτητες πόλεις που η καθεμία ήταν το κέντρο της γύρω περιοχής και ανήκε σε ένα θεό. Ο ηγεμόνας κάθε πόλης θεωρούνταν ο εκπρόσωπος του θεού αυτού στη γη και ήταν παράλληλα αρχιερέας, δικαστής και αρχηγός του στρατού. Κυβερνούσε με τη βοήθεια μελών της οικογένειάς του και του ιερατείου και κατείχε την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Οι ανώτεροι αυλικοί υπάλληλοι και οι ιερείς αποτελούσαν την τάξη των ευγενών ενώ στη βάση της πυραμίδας βρίσκονταν οι ελεύθεροι πολίτες. Οι δούλοι ήταν κυρίως αιχμάλωτοι πολέμου αλλά και ελεύθεροι πολίτες που είχαν χάσει την ελευθερία τους λόγω χρεών. Τις καλά οχυρωμένες με ισχυρά τείχη πόλεις κοσμούσαν μεγάλα ανάκτορα με πρωτότυπους ναούς τα ζιγκουράτ. Το ζιγκουράτ ήταν ένα μεγάλο οικοδόμημα που έμοιαζε με βαθμιδωτή πυραμίδα και ένα μικρό ναό στην κορυφή του που κατοικούσε ο θεός προστάτης της πόλης. Εκτός από τόπος λατρείας ήταν και κέντρο πολλών άλλων δραστηριοτήτων όπως διοικητήριο, θησαυροφυλάκιο και αποθήκη εμπορευμάτων, Όταν κάποια πόλη αποκτούσε δύναμη προσπαθούσε να επιβληθεί στις γύρω πόλεις και να επιβάλει το θεό της.

Οι Ακκάδιοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Ασσύριοι

Την τρίτη χιλιετία π. Χ. τα πρώτα φύλα σημιτικής καταγωγής ήρθαν, πιθανότατα, από τις ερήμους της Αραβίας και εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Χαλδαία. Αναφέρονται ως Ακκάδιοι και αφού συγκρούστηκαν με τους Σουμέριους, κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν και να ιδρύσουν το πρώτο μεγάλο βασίλειο στη Μεσοποταμία με πρωτεύουσα την πόλη Ακκάδ περίπου το 2350 π. Χ. Συνέχισαν τον πολιτισμό που βρήκαν από τους Σουμέριους με μόνη διαφορά την ένωση όλων των πόλεων κρατών σε ένα ενιαίο βασίλειο με έναν ηγεμόνα – βασιλιά. Τους επόμενους αιώνες έρχονται κι άλλα σημιτικά φύλλα που ενσωματώνονται στην περιοχή. Οι σημιτικοί λαοί της Μεσοποταμίας εισήλθαν σε περίοδο μεγάλης ακμής. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο σπουδαίο ηγεμόνα Χαμουραμπί. Ο Χαμουραμπί κατέκτησε ολόκληρη τη Μεσοποταμία, την Ασσυρία, την Παλαιστίνη, το Ελάμ και τη Συρία και ένωσε όλους τους λαούς της περιοχής στην πρώτη μεγάλη αυτοκρατορία με πρωτεύουσα τη Βαβυλώνα. Οργάνωσε διοικητικά το κράτος και παραχώρησε στους υπηκόους του νομοθεσία. Οι νόμοι του Χαμουραμπί είχαν δεχθεί την επίδραση σουμερικών νόμων. Αφορούσαν τις οικογενειακές σχέσεις, τις γεωργικές εργασίες, τη στρατιωτική οργάνωση και το εμπόριο. Η Βαβυλώνα οχυρωμένη με τείχη μήκους 85 χμ. και ύψους 50 μ. ήταν η πρώτη μεγαλούπολη της ιστορίας. Η ανάγκη για την κατασκευή μεγάλων οικοδομικών έργων των Βαβυλωνίων τους οδηγεί στην εμβάθυνση και τον πολλαπλασιασμό της πρακτικής επιστημονικής γνώσης.

Για την ανάγκη μετάδοσης της γραφής και της μαθηματικής γνώσης, υπάρχουν σχολεία. Το σημαντικότερο λογοτεχνικό έργο ήταν το επικό ποίημα «Γκιλγκαμές». Διερευνά τη σημασία της ζωής και του θανάτου και προβάλλει τη δύναμη της νόησης και του πολιτισμού. Από τη μεσοποταμιακή λογοτεχνία διατηρήθηκαν ποιητικοί μύθοι που αναφέρονται στη Δημιουργία και τον Κατακλυσμό. Από τις θρησκευτικές δοξασίες των λαών της Μεσοποταμίας σημαντική ήταν η αντίληψη ότι η μοίρα των ανθρώπων καθορίζεται από τη θέση των αστέρων στον ουρανό κατά τη στιγμή της γέννησής τους καθώς και η ιδέα της τιμωρίας των αμαρτωλών από τους θεούς. Την ακμή του αρχαίου Βαβυλωνιακού κράτους ακολούθησε περίοδος συνεχών ταραχών, 16ος αι. π. Χ. – 12ος αι. π. Χ., που οφείλονται στις εισβολές των Χετταίων, των Κασσιτών κ.α. Στα μέσα του 12ου αι. π. Χ. κυριάρχησε ένα άλλο σημιτικό φύλο, οι Ασσύριοι που κατοικούσαν στις βόρειες ορεινές περιοχές της Μεσοποταμίας. Ήταν λαός σκληροτράχηλος και πολεμικός. Έφθασαν στο απόγειο της δύναμής τους τον 7ο αι. π. Χ., όταν βασιλιάς τους ήταν ο Ασσουρμπανιπάλ και πρωτεύουσα του κράτους η Νινευί. Το 612 π. Χ. οι υποτελείς λαοί, με συμμάχους τους Πέρσες, ξεσηκώθηκαν, κατέλαβαν και κατέστρεψαν τη Νινευί. Πρωτεύουσα του νέου Βαβυλωνιακού κράτους έγινε πάλι η Βαβυλώνα που διακοσμήθηκε με μεγάλα και εντυπωσιακά κτήρια όπως «οι κρεμαστοί κήποι», ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας. Το Βαβυλωνιακό κράτος έφθασε σε μεγάλη ακμή με βασιλιά τον Ναβουχοδονόσορ. Αυτός επέκτεινε το κράτος μέχρι τις ακτές της Μεσογείου και κυρίευσε την Ιερουσαλήμ. Το 538 π. Χ. το νέο Βαβυλωνιακό κράτος καταλύθηκε από τον Κύρο Β΄ και αποτέλεσε τμήμα της περσικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάκτησή της από το Μέγα Αλέξανδρο το 330 π. Χ.

Οι Αιγύπτιοι

Η άρδευση μεγάλων εκτάσεων γης από τα νερά του ποταμού Νείλου καθώς και η λάσπη που παρέμενε στη γη μετά τις πλημμύρες του Νείλου και καθιστούσε εύφορη τη γη ήταν οι κύριοι παράγοντες εξέλιξης της Αιγύπτου. Η βάση της οικονομίας ήταν η γεωργία. Στη γόνιμη γη καλλιεργούνταν σιτάρι, κριθάρι, λινάρι, οπωροφόρα δέντρα και κηπευτικά. Από τις όχθες του Νείλου μαζεύονταν πάπυροι και λωτοί. Οι Αιγύπτιοι κατασκεύαζαν ένα είδος μπύρας από τη ζύμωση κριθαρένιου ψωμιού και ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και το ψάρεμα. Ο λαός εργαζόταν στην ανοικοδόμηση των μεγάλων έργων που κατασκεύαζαν οι φαραώ, Οι περισσότεροι από τους ειδικευμένους τεχνίτες δεν εργάζονταν σε ιδιωτικά αλλά στα ανακτορικά εργαστήρια μιας και η βιοτεχνική παραγωγή, όπως και το εμπόριο, ελέγχονταν από το φαραώ. Το εμπόριο βασιζόταν στην εξαγωγή του πλεονάσματος αγαθών ή πρώτων υλών, όπως χρυσού, και στην εισαγωγή ξυλείας, χαλκού και αργύρου. Υπήρχε αρκετά μεγάλος αριθμός από ιερείς, γραφείς και στρατιωτικούς. Η αιγυπτιακή γραφή, τα ιερογλυφικά, επινοήθηκε και χρησιμοποιήθηκε από την 4η χιλιετία π. Χ Οι γραφείς κατέγραψαν σε παπύρους τα έργα και τη δράση των φαραώ. Τα κείμενα λογοτεχνικού χαρακτήρα είναι ελάχιστα. Όσα διατηρήθηκαν είναι ποιήματα θρησκευτικού και λυρικού περιεχομένου αλλά και λαϊκές διηγήσεις. Η παρακολούθηση των πλημμυρών του Νείλου και της κίνησης των αστέρων έδωσε την ευκαιρία ανάπτυξης εμπειρικών αστρονομικών γνώσεων. Η ανάγκη μέτρησης και οριοθέτησης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων γης που χάνονταν μετά τις πλημμύρες συνέβαλε στην ανάπτυξη της πρακτικής γεωμετρίας. Η ταρίχευση των νεκρών βοήθησε στην απόκτηση γνώσεων ανατομίας και ιατρικής.. Οι καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, γλύπτες και ζωγράφοι, βρίσκονταν στην υπηρεσία του φαραώ. Σκοπός τους ήταν να προβάλλουν τη ζωή και το έργο του φαραώ. Τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα, πυραμίδες, ναοί, κίονες και αγάλματα, επιβάλλονταν με τις διαστάσεις τους. Κατασκευάστηκαν ωστόσο και μικρά κομψά αγάλματα από ξύλο ή πέτρα καθώς και μικροτεχνήματα από μέταλλα και πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους.

Ο φαραώ ήταν ο απόλυτος ηγεμόνας και ενσάρκωνε τον επίγειο θεό αλλά και το κράτος. Κάτω από αυτόν βρίσκονταν οι ιερείς, οι ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και οι γραφείς που συγκροτούσαν την τάξη των ισχυρών. Ακολουθούσαν οι στρατιωτικοί που κληρονομούσαν το επάγγελμα και στους οποίους ο φαραώ παραχωρούσε εκτάσεις γης για καλλιέργεια. Μετά ήταν οι ελεύθεροι πολίτες γεωργοί ή τεχνίτες που αποτελούσαν το μεγαλύτερο τμήμα της αιγυπτιακής κοινωνίας. Τέλος οι δούλοι προέρχονταν από τους πολέμους ή αγοράζονταν από τους εμπόρους. Υπήρχαν ιδιωτικοί δούλοι και δούλοι που ανήκαν στο φαραώ και εργάζονταν στα κρατικά εργαστήρια, στους ναούς, στα ορυχεία και στα λατομεία. Το σύστημα των κοινωνικών τάξεων δεν ήταν αυστηρά κλειστό και υπήρχε η δυνατότητα, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, της μεταπήδησης από τη μια τάξη στην άλλη. Η οργάνωση του κράτους βασιζόταν στην ιδέα της θεοποίησης του φαραώ και είχε χαρακτήρα θεοκρατικό. Η θρησκεία των Αιγυπτίων ήταν πολυθεϊστική. Ο μεγαλύτερος θεός ήταν ο Ρα, ο θεός Ήλιος, τον οποίο εκπροσωπούσε ο φαραώ στη γη. Οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι η ζωή συνεχίζεται και μετά το θάνατο, εάν δεν καταστρεφόταν το σώμα του νεκρού. Έτσι ταρίχευαν τους νεκρούς και τους έθαβαν σε ταφικά μνημεία μαζί με όλα τα αναγκαία σκεύη για τη μεταθανάτιο ζωή. Η αντίληψη αυτή που ήταν διαδεδομένη ακόμα και στους φαραώ, οδήγησε στην κατασκευή μεγάλων ταφικών μνημείων με εξαίρετη διακόσμηση και αφάνταστο πλούτο.

Η προέλευση των πρώτων κατοίκων της Αιγύπτου είναι άγνωστη και μάλλον πρόκειται για λαούς διαφορετικής προέλευσης. Την 5η χιλιετία π. Χ. οργανώθηκαν σε οικισμούς νεολιθικού χαρακτήρα και ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια της γης, το κυνήγι και το ψάρεμα. Την 4η χιλιετία π. Χ. οι οικισμοί πληθαίνουν και οι κάτοικοί τους γνωρίζουν τη χρήση μετάλλων και καλλιεργούν συστηματικά τη γη. Οι Αιγύπτιοι είναι χωρισμένοι σε φυλές που η καθεμία έχει το δικό της ηγεμόνα και προστάτη ένα θεοποιημένο ζώο, φυτό ή αντικείμενο. Οι συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα στις φυλές καταλήγουν στη συνένωσή τους σε δύο βασίλεια, της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου. Η ιστορία της Αιγύπτου αρχίζει όταν ο ηγεμόνας Μήνης της Άνω Αιγύπτου ένωσε τα δύο βασίλεια σε ένα με πρωτεύουσα τη Μέμφιδα. Η περίοδος αυτή αναφέρεται ως η περίοδος του Αρχαίου Βασιλείου, περίπου 3000 – 2000 π. Χ.. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι Αιγύπτιοι επεκτείνουν τις κατακτήσεις τους σε γειτονικές περιοχές. με στόχο την απόκτηση μετάλλων και κατασκευάζουν μεγάλα οικοδομήματα όπως ναούς, ανάκτορα και τις πυραμίδες της Γκίζας. Στο τέλος αυτής της περιόδου η εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και η αύξηση της δύναμης ορισμένων τοπικών διοικητών δημιούργησε θρησκευτικές έριδες και πολιτικές ταραχές. Αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα τη βελτίωση της ζωής των χωρικών και των ευγενών. Ακολουθεί η περίοδος του Μέσου Βασιλείου, περίπου 2000 – 1540 π. Χ., με πρωτεύουσα τη Θήβα. Σε αυτή την περίοδο το κράτος αναδιοργανώθηκε και επιχειρήθηκαν εκστρατείες στη Νουβία (σημερινό Σουδάν), τη Λιβύη και τη Συρία, ενώ κατασκευάστηκαν αρχιτεκτονικά και εγγειοβελτιωτικά έργα.

Στη συνέχεια η Αίγυπτος κατακτήθηκε από ένα νομαδικό λαό τους Υξώς. Η διακυβέρνησή τους δε στράφηκε εναντίον του αιγυπτιακού τρόπου ζωής. Οι Υξώς ανέπτυξαν καλές σχέσεις με τους λαούς της Μεσοποταμίας και τους Κρήτες και πιθανότατα γνώρισαν στους Αιγύπτιους το πολεμικό άρμα. Η τελευταία ιστορική περίοδος της αρχαίας Αιγύπτου είναι η περίοδος του Νέου Βασιλείου, 1540 – 1075 π. Χ., με πρωτεύουσα τη Θήβα. Οι ηγεμόνες της Θήβας κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Υξώς και ίδρυσαν ισχυρές δυναστείες με σημαντικούς φαραώ. Σε αυτήν την περίοδο οι εξωτερικοί πόλεμοι αύξησαν τον πλούτο της Αιγύπτου και οι Αιγύπτιοι δημιούργησαν εμπορικές σχέσεις με πόλεις της Φοινίκης, με την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Από τον 11ο αι. π. Χ. ως τον 7ο αι. π. Χ. η Αίγυπτος παρακμάζει και βρίσκεται κάτω από Ασσυριακή κυριαρχία. Στο πρώτο μισό του 7ου αι. π. Χ. αποκτά την ανεξαρτησία της από τους Ασσύριους και αναπτύσσει το εμπόριο με τις ελληνικές πόλεις. Πολλοί Έλληνες μεταναστεύουν στην Αίγυπτο, χρησιμοποιούνται ως μισθοφόροι στους πολέμους και εντάσσονται στη βασιλική σωματοφυλακή. Το 525 π. Χ. πέρασαν στην περσική διακυβέρνηση. Το 333 π. Χ. Ο Μέγας Αλέξανδρος νίκησε τους Πέρσες στην Ισσό και προέλασε μέχρι την Αίγυπτο. Εκεί γίνεται δεκτός ως ελευθερωτής και ανακηρύσσεται φαραώ.

Οι Φοίνικες

Οι Φοίνικες ήταν μάλλον σημιτικής καταγωγής και από τις αρχές της 3ης χιλιετίας π. Χ. ήταν οργανωμένοι σε πόλεις – βασίλεια στην ανατολική Μεσόγειο, περίπου στο σημερινό Λίβανο. Η φύση της χώρας δε διευκόλυνε την ανάπτυξη της γεωργίας κι έτσι οι Φοίνικες ασχολήθηκαν με τη βιοτεχνία και κυρίως το εμπόριο. Η Φοινίκη αποτελούσε το μοναδικό πέρασμα που συνέδεε τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Ήταν έτσι μια χώρα με μεγάλη στρατιωτική και εμπορική σημασία. Ήταν κατεξοχήν ναυτικός λαός και η ξυλεία από το βουνό του Λιβάνου τους έδωσε τη δυνατότητα ναυπήγησης στόλου. Από τα μέσα της 2ης χιλιετίας π. Χ. δημιούργησαν αποικίες στις ασιατικές ακτές και αργότερα επεκτάθηκαν σε όλη τη Μεσόγειο. Η σπουδαιότερη αποικία τους ήταν η Καρχηδόνα στη βόρεια Αφρική. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ταξίδευσαν μέχρι τα Βρετανικά νησιά και τη Βαλτική θάλασσα. Τον 6ο αι. π. Χ. πιθανότατα επιχείρησαν τον περίπλου της Αφρικής με εντολή του Αιγύπτιου φαραώ Νεκώ. Διακρίθηκαν στην κατασκευή όπλων, κοσμημάτων, επίπλων, κεραμικών, γυάλινων αγγείων και ιδιαίτερα στην παραγωγή κόκκινων υφασμάτων, που τα έβαφαν με την πορφύρα, ουσία που προερχόταν από τα κοχύλια που ψάρευαν στην περιοχή. Αντάλλασσαν τα αγαθά τους με πρώτες ύλες. Επίσης αγόραζαν αγαθά από άλλους λαούς για να τα πουλήσουν σε άλλους λαούς. Είχαν στα χέρια τους το διαμετακομιστικό εμπόριο των λαών της Μεσογείου τουλάχιστον μέχρι τον 8ο αι, π. Χ. Η βελτίωση των εμπορικών συναλλαγών και η ανάπτυξη της σχετικής αλληλογραφίας οδήγησε στην εξέλιξη του αλφαβήτου. Σε αντίθεση με τα ιερογλυφικά και τη σφηνοειδή γραφή που απέδιδαν ιδέες ή συλλαβές κάθε σύμβολο απέδιδε έναν ήχο. O πολιτισμός των Φοινίκων δεν είχε σαφή χαρακτηριστικά αλλά είχε διαμορφωθεί από τις πολιτιστικές επιρροές που δέχθηκαν από άλλους λαούς. Οι θεοί τους ήταν στενά συνδεδεμένοι με τα φαινόμενα και τις δυνάμεις της φύσης. Κάθε πόλη είχε το δικό της θεό – προστάτη. Από τις θρησκευτικές δοξασίες πρέπει να επισημανθεί ότι σε περιόδους μεγάλου κινδύνου ή για την αποτροπή κάποιας μεγάλης συμφοράς, κατέφευγαν στο έθιμο της ανθρωποθυσίας.

Η ενασχόληση των Φοινίκων με τη βιοτεχνία και το εμπόριο διαμόρφωσε μια κοινωνία με αστικά χαρακτηριστικά. Ο ηγεμόνας κάθε πόλης βρισκόταν στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας αλλά η εξουσία του περιοριζόταν από τους πλούσιους εμπόρους. Μεγάλη δύναμη φαίνεται ότι διέθεταν οι ιερείς. Η βάση της κοινωνίας, οι κάτοικοι των πόλεων ζούσαν σε καλύτερες συνθήκες από τους άλλους λαούς της Εγγύς Ανατολής. Η Φοινίκη δεν αποτέλεσε ποτέ ενιαίο κράτος. Κάθε πεδινή περιοχή με την παραλιακή της πόλη λειτούργησε ως μικρό βασίλειο. Σημαντικότερες πόλεις ήταν η Βύβλος, η αρχαιότερη πόλη που εξελίχθηκε γρήγορα λόγω των εμπορικών σχέσεων με την Αίγυπτο, η Ουγκαρίτ, που αναπτύχθηκε τη 2η χιλιετία π. Χ. όταν οι υπόλοιπες φοινικικές πόλεις κατακτήθηκαν από την Αίγυπτο και είχε εμπορικές σχέσεις με τους Μυκηναίους, η Σιδώνα, που αναπτύχθηκε μετά την επέκταση των Χετταίων η οποία διευκολύνθηκε από πολλούς ηγεμόνες Φοίνικες με την προσδοκία της απαλλαγής από τον αιγυπτιακό ζυγό και η Τύρος που συνέβαλε στην οικοδόμηση του ναού του Σολομώντα με πλούσια ανταλλάγματα και εδαφικές παροχές από τους Εβραίους. Για διάστημα 3 αιώνων η Τύρος υπήρξε το σημαντικότερο λιμάνι της περιοχής με πολλές αποικίες στη Μεσόγειο. Η περίοδος ακμής της Τύρου και των Φοινίκων ανακόπτεται από τον 8ο αι. π. Χ. όταν οι Έλληνες βγαίνουν στη Μεσόγειο, εμπορεύονται και ιδρύουν αποικίες και ταυτόχρονα επεκτείνονται οι Ασσύριοι και αργότερα οι Βαβυλώνιοι. Ο Τύρος αντιστέκεται στους Βαβυλώνιους και τελικά συνθηκολογεί με ευνοϊκούς όρους. Η Φοινίκη το 538 π. Χ. πέρασε στην κυριαρχία των Περσών. Οι Φοίνικες από τότε γίνονται πιστοί ακόλουθοι των Περσών γιατί είχαν ξανανοίξει για αυτούς οι εμπορικοί δρόμοι της Ανατολής. Παρείχαν το στόλο της περσικής αυτοκρατορίας και πολέμησαν μαζί τους εναντίον των Ελλήνων. Ο Μέγας Αλέξανδρος μετά τη νίκη του στην Ισσό κατά των Περσών προχώρησε στη Φοινίκη. Οι φοινικικές πόλεις παραδόθηκαν εκτός από την Τύρο που αντιστάθηκε και έπεσε μετά από επτάμηνη πολιορκία.

Οι Εβραίοι

Οι Εβραίοι ήταν σημιτικής καταγωγής νομάδες με κύρια ασχολία την κτηνοτροφία. Εγκαταστάθηκαν στην Παλαιστίνη που αποτέλεσε το λίκνο του πολιτισμού τους. Εγκατέλειψαν την περιοχή αυτή για να εγκατασταθούν στην Αίγυπτο και μετά από 200 χρόνια επανήλθαν και οργανώθηκαν σε ενιαίο κράτος. Όταν οργανώθηκαν σε κράτος, ασχολήθηκαν με τη γεωργία και κυρίως το εμπόριο. Αντάλλασσαν τα γεωργικά τους προϊόντα με ξυλεία από τη Φοινίκη. Κατασκεύαζαν όπλα, κοσμήματα και σφραγιδόλιθους με βάση μέταλλα και ημιπολύτιμους λίθους. Στη θρησκεία των Εβραίων ο θεός ως έννοια απέκτησε πνευματικό περιεχόμενο. Σε αντίθεση με τις θρησκείες των άλλων λαών της Εγγύς Ανατολής, που ο άνθρωπος ήταν υποταγμένος στις επιθυμίες του θεοποιημένου ηγεμόνα, ο θεός των Εβραίων ήταν η γενεσιουργός δύναμη του κόσμου που ορίζει τη ζωή των ανθρώπων. Στη διάρκεια των συνεχών μετακινήσεων ο θεός ήταν η δύναμη που τους έσωζε από τους εχθρούς και τους θεούς τους. Μετά την έξοδο από την Αίγυπτο και τους πολέμους για την κατάκτηση της Παλαιστίνης, οι Εβραίοι θεωρούν το λαό τους τον εκλεκτό λαό του Θεού. Η θρησκεία τους απέκτησε έτσι, εθνικό χαρακτήρα. Τελικά προβλήθηκε η ιδέα της έλευσης του Μεσσία. Η εβραϊκή μονοθεϊστική θρησκεία προετοίμασε το έδαφος για το Χριστιανισμό και έδωσε πολλά στοιχεία για τη διαμόρφωση του Μωαμεθανισμού. Σπουδαίο πνευματικό επίτευγμα αποτελούσε ο Μωσαϊκός νόμος που περιλαμβάνει τους βασικούς ηθικούς κανόνες που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης και ιδιαίτερα οι ψαλμοί, ύμνοι στο Θεό, του Δαβίδ, αποτελούν εξαίρετα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η πρώτη περίοδος της ιστορίας των Εβραίων αναφέρεται ως περίοδος των Πατριαρχών. Την εποχή της ακμής του Βαβυλωνιακού κράτους μια φυλή με αρχηγό τον Πατριάρχη Αβραάμ διέσχισε τη Μεσοποταμία και μετά από περιπλανήσεις εγκαταστάθηκε στη Χαναάν. Όταν κυριάρχησαν οι Υξώς, μια από τις φυλές τους με Πατριάρχη τον Ιωσήφ, βρίσκεται μόνιμα εγκαταστημένη στην Αίγυπτο. Ο Μωυσής αναλαμβάνει την έξοδο από την Αίγυπτο και την εγκατάσταση στη «Γη της Επαγγελίας», στη Χαναάν. Στο διάστημα αυτό αποκτούν νομοθεσία, τις Δέκα Εντολές. Ακολουθεί η περίοδος των Κριτών. Για να εγκατασταθούν στη Χαναάν έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους Φιλισταίους, που κατοικούσαν στα παράλια της Παλαιστίνης και τους Χαναναίους, που ζούσαν στο εσωτερικό. Τους αγώνες αυτούς, 12ος – 11ος αι. π. Χ., διεξήγαγαν χωρισμένοι σε φυλές. Πολλές φορές όμως υποχρεώθηκαν να ενωθούν για να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς τους και ιδιαίτερα τους Φιλισταίους. Αρχηγοί τους τότε ήταν οι Κριτές. Η οριστική ένωσή τους σηματοδοτεί νέα περίοδο, την περίοδο των Βασιλέων. Πρώτος βασιλιάς ήταν ο Σαούλ που σκοτώθηκε σε μάχη με τους Φιλισταίους. Ο διάδοχός του Δαβίδ οργάνωσε ισχυρό γεωργικό κράτος στα τέλη του 11ου και τις αρχές του 10ου αι. π. Χ. Κυβέρνησε στο όνομα του Ενός Θεού χωρίς ο ίδιος να θεωρείται θεός από τους υπηκόους του.

Τον διαδέχθηκε ο γιός του Σολομών που κυβέρνησε 50 χρόνια με σύνεση και δικαιοσύνη. Αυτή την περίοδο το κράτος οργανώνεται και φθάνει στην ακμή του. Το διαμετακομιστικό εμπόριο αγαθών με τους λαούς της Εγγύς Ανατολής αποτέλεσε το σημαντικότερο παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης. Ο Σολομών έμεινε στη μνήμη του εβραϊκού λαού για την οικοδόμηση του περίφημου ναού που κατασκεύασε στην Ιερουσαλήμ. Μετά το θάνατο του Σολομώντα ξέσπασαν εσωτερικές διαμάχες και το κράτος χωρίστηκε σε δύο βασίλεια, που εξασθένησαν. Αυτή είναι η περίοδος των Προφητών. Τότε ευσεβείς Εβραίοι προσπάθησαν να διαφυλάξουν τα ήθη και την πίστη του λαού τους. Το 722 π. Χ. το κράτος του Ισραήλ κατακτήθηκε από τους Ασσύριους και στη συνέχεια η Ιερουσαλήμ, το 587 π. Χ., κατακτήθηκε από τον Ναβουχοδονόσορ. Οι Εβραίοι σύρθηκαν στην βαβυλώνια αιχμαλωσία και ελευθερώθηκαν 50 χρόνια μετά από τον Κύρο Β΄. Ο βασιλιάς των Περσών τους επέτρεψε να επιστρέψουν στην Ιερουσαλήμ και να ανοικοδομήσουν το ναό του Σολομώντα. Η Παλαιστίνη περιήλθε στην κυριαρχία των Περσών μέχρι την κατάληψή της, το 332 π. Χ. από τον Μέγα Αλέξανδρο. Οι ηγεμόνες, πατριάρχες, κριτές και βασιλείς των Εβραίων διαφοροποιούνταν στην κοινωνική ιεραρχία, λόγω της αποδοχής και των τιμών που απολάμβαναν ως εκπρόσωποι του θεού. Ο υπόλοιπος λαός δεν παρουσίαζε έντονες κοινωνικές ανισότητες. Ιδιαίτερο ρόλο στην κοινωνία τους, από την οργάνωσή τους σε ενιαίο κράτος μέχρι την κατάκτησή τους από τους Ρωμαίους, έπαιξαν οι ιερείς.

Οι Χετταίοι

Στην ανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας συγκροτήθηκε ένα ισχυρό κράτος, στις αρχές της 2ης χιλιετίας π. Χ. Οι κάτοικοί του, οι Χετταίοι ή Χεττίτες, ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, εγκαταστάθηκαν στις πεδινές εκτάσεις και σταδιακά εξαπλώθηκαν μέχρι τη Συρία και τη βόρεια Μεσοποταμία. Επειδή η γλώσσα που μιλούσαν ήταν μείγμα της ελληνικής και της αρμένικης, πιθανότητα προήλθαν από τη συγχώνεψη ελληνικών και αρμενικών φύλων. Αφού προσαρμόστηκαν με δυσκολία στις γεωργικές ασχολίες, κατάφεραν να έχουν πλούσια παραγωγή δημητριακών, κρασιού και μελιού. Η ενασχόλησή τους με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, ανέπτυξε και ισχυροποίησε το κράτος τους. Πιθανότατα ήταν οι πρώτοι που επεξεργάστηκαν το σίδηρο. Προμηθεύονταν από τους γειτονικούς λαούς μέταλλα και κατασκεύαζαν όπλα και εξαρτήματα ιπποσκευής. Έχτιζαν τις πόλεις τους στους χερσαίους εμπορικούς δρόμους της Ανατολής και απέκτησαν φήμη, για το εμπόριο αλόγων και έργων μεταλλουργίας. Οι Χετταίοι είχαν πολλές θεότητες, κυρίως σουμερικής καταγωγής. Η δημιουργία ισχυρού και ενιαίου κράτους, επέβαλε την ανάγκη εθνικής λατρείας. Κύρια θεότητα ήταν ο θεός της θύελλας, του κεραυνού και της βροχής και σύζυγός του η θεά που κυριαρχούσε στον κόσμο των νεκρών. Οι πινακίδες που έχουν βρεθεί επιδεικνύουν τη χρήση δύο ειδών γραφής. Μία σφηνοειδής, που έχει αποκρυπτογραφηθεί, και μία ιερογλυφική. Η ανάγνωση των πινακίδων απέδειξε την ύπαρξη νομοθεσίας, έντονα επηρεασμένη από τους νόμους του Χαμουραμπί. Τα ανάγλυφα σε βράχους, την περίοδο ακμής του Χετταϊκού κράτους, φανερώνουν σχηματοποιημένες, δυναμικές μορφές και αναφέρονται σε θρησκευτικές ή πολεμικές σκηνές. Η γλυπτική τέχνη επεκτεινόταν σε έργα μικροτεχνίας, κυρίως ειδώλια και σφραγιδόλιθους. Η τέχνη των Χετταίων ήταν επηρεασμένοι από τον ιδιότυπο τρόπο ζωής τους και την πολεμική τους δραστηριότητα.

Η κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας ανήκε στο βασιλιά, που σταδιακά εξελίχθηκε σε απόλυτο κυρίαρχο. Ήταν αρχιερέας αρχιστράτηγος, νομοθέτης και ανώτατος δικαστής. Θεωρούνταν ότι ήταν θεόσταλτος και ότι είχε υπεράνθρωπες ιδιότητες. Αμέσως ανώτερη κοινωνική τάξη ήταν αυτή των πολεμιστών. Ήταν διοικητικοί αξιωματούχοι και μεγάλοι γαιοκτήμονες. Ακολουθούσαν οι τεχνίτες, που ζούσαν στις πόλεις, και ο λαός, που ζούσε στα χωριά και μίσθωνε τη γη από τους ευγενείς γαιοκτήμονες. Τέλος υπήρχαν δούλοι, που οι ιδιοκτήτες τους χρησιμοποιούσαν κατά την κρίση τους. Οι μεγάλες αποστάσεις που είχαν οι πόλεις τους μεταξύ τους, βοήθησε στη διαμόρφωση φεουδαρχικού συστήματος. Ο βασιλιάς είχε την έδρα του στην πρωτεύουσα Χαττούσα. Οι ηγεμόνες των άλλων πόλεων ήταν βασιλικής καταγωγής και υποτελείς στον βασιλιά. Στις αρχές του 16ου αι. π. Χ., οι Χετταίοι κυρίευσαν τη Βαβυλώνα και, μαζί με άλλους λαούς, διέλυσαν το Αρχαίο Βαβυλωνιακό κράτος. Ακολούθησαν έριδες μεταξύ των ηγεμόνων που περιόρισαν το κράτος βόρεια της οροσειράς του Ταύρου. Στην περίοδο της μεγάλης ακμής τους, το δεύτερο μισό του 15ου αι. π. Χ., επεκτάθηκαν νότια στη Συρία. Τον 14ο αι. π. Χ. έφθασαν δυτικά ως τις ακτές του Αιγαίου. Τον επόμενο αιώνα συγκρούστηκαν και με τους Αιγυπτίους, στο Καντές της Συρίας. Η σύγκρουση ήταν αμφίρροπη και υπογράφηκε μία συνθήκη που καθόριζε στη Συρία τα σύνορα των δύο λαών. Αυτή τη χρονική περίοδο ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με τους Μυκηναίους. Το 12 αι. π. Χ. η Χαττούσα καταστράφηκε από τους λαούς της θάλασσας, όπως αναφέρουν αιγυπτιακές πηγές, και τους Ασσύριους.

Οι Μήδοι και οι Πέρσες

Στις αρχές της 2ης χιλιετίας π. Χ. δύο ινδοευρωπαϊκά φύλα, οι Μήδοι και οι Πέρσες, εγκαταστάθηκαν στις δυτικές παρυφές του οροπεδίου του Ιράν. Η χώρα είχε εύφορες εκτάσεις και λιβάδια. Οι Μήδοι εγκαταστάθηκαν στο βόρειο τμήμα του οροπεδίου και οι Πέρσες στο νότιο. Αρχικά ήταν εξαρτημένοι από τους λαούς της Μεσοποταμίας. Ήταν υποτελείς μέχρι τον 7ο αι. π. Χ. στους Ασσύριους. Η κύρια ασχολία τους ήταν η καλλιέργεια της γης και η κτηνοτροφία. Οι Μήδοι πρώτοι δημιούργησαν κράτος, στο οποίο είχαν ενσωματωθεί οι Πέρσες. Συμμάχησαν με τους Βαβυλώνιους και το 612 π. Χ. κατέλαβαν τη Νινευί, δίνοντας τέλος στην ασσυριακή κυριαρχία. Το κράτος επεκτάθηκε δυτικά μέχρι τον Άλυ ποταμό στη Μικρά Ασία. Στα μέσα του 6ου αι. π. Χ. οι Πέρσες επαναστάτησαν με αρχηγό τον Κύρο Β΄. Κατέλαβαν την πρωτεύουσα των Μήδων, τα Εκβάτανα. Υπέταξαν στη συνέχεια το κράτος των Λυδών, το Βαβυλωνιακό κράτος και τη Συρία μέχρι τα αιγυπτιακά σύνορα. Οι κατακτήσεις τους συνεχίστηκαν στις περιοχές του ανατολικού Ιράν ως τα ινδικά σύνορα. Εκεί σκοτώθηκε πολεμώντας ο Κύρος ο Β΄ και ο γιός του Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Από την περίοδο των πρώτων κατακτήσεων και μετά, ξεκινάει η ιστορία της περσικής αυτοκρατορίας και η οικονομία της βασιζόταν στην είσπραξη των φόρων από τις κατακτημένες περιοχές. Οι Πέρσες και οι Μήδοι αποτελούσαν τον πυρήνα του Αυτοκρατορικού στρατού. Οι κάτοικοι των κατακτημένων περιοχών αντιμετωπίζονταν με ανεκτικότητα, εφόσον πλήρωναν τους φόρους και προσέφεραν τα δώρα που ζητούσε ο βασιλιάς. Ο βασιλιάς ήταν αγαπητός στο λαό του, βασιλιάς του λαού, και ο εκλεκτός του θεού στη γη.

Διάδοχος του Καμβύση, μετά το θάνατό του, ήταν ο Δαρείος ο Α΄. Η καταγωγή του ήταν από συγγενή κλάδο της δυναστείας των Αχαιμενιδών. Το σύστημα διακυβέρνησής του ήταν η απόλυτη μοναρχία. Η θέληση του βασιλιά αποτελούσε νόμο. Συμβουλευτικό ρόλο στις αποφάσεις του βασιλιά είχε ένα αυτοκρατορικό συμβούλιο από ανώτατους αξιωματούχους, που διόριζε ο ίδιος ο βασιλιάς. Η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε 20 επαρχίες, τις σατραπείες. Διοικητής της σατραπείας ήταν ένας ευγενής Πέρσης ή τοπικός ηγεμόνας, διορισμένος από το Μεγάλο Βασιλιά. Είχε τη στρατιωτική εξουσία και ήταν υπεύθυνος για την άμυνα της σατραπείας. Ήταν υποχρεωμένος να συγκεντρώνει και να στέλνει τον καθορισμένο φόρο και να προμηθεύει με στρατό ή στόλο το Μεγάλο Βασιλιά, σε περίπτωση που του ζητούσε. Ο Δαρείος ο Α΄ έκοψε νόμισμα και καθιέρωσε ένα μικτό οικονομικό σύστημα, βασισμένο τόσο στην ανταλλαγή αγαθών όσο και στο νόμισμα. Ο φόρος κάθε σατραπείας οριζόταν σε αγαθά και σε χρήμα. Για την επίβλεψη της διοίκησης και τον έλεγχο των σατραπειών υπήρχαν διοικητικοί υπάλληλοι που περιόδευαν και ενημέρωναν το βασιλιά. Για τη διευκόλυνση της μετακίνησης ανθρώπων, αγαθών και ιδιαίτερα του στρατού και των βασιλικών ταχυδρόμων κατασκευάστηκαν δρόμοι και σταθμοί. Στους σταθμούς άλλαζαν άλογα και διανυκτέρευε το βασιλικό προσωπικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η βασιλική οδός που ένωνε τη νέα πρωτεύουσα Σούσα με τις Σάρδεις στη Μικρά Ασία. Ο Δαρείος ο Α΄ θέλησε να επεκτείνει τις περσικές κατακτήσεις στην Ευρώπη. Η επεκτατική πολιτική του Δαρείου Α΄ και των διαδόχων του, οδήγησε στους ελληνοπερσικούς πολέμους, 492 – 479 π. Χ., και σε συνεχείς διενέξεις. Οι διενέξεις αυτές συνεχίστηκαν μέχρι την κατάληψη της περσικής αυτοκρατορίας από τον Μέγα Αλέξανδρο το 331 π. Χ. Η περσική αυτοκρατορία είχε την καλύτερη οργάνωση από όλες τις αρχαίες αυτοκρατορίες αλλά είχε πολλά τρωτά σημεία. Η πολυεθνική κοινωνία που τη συγκροτούσε παρουσίαζε έλλειψη συνοχής. Οι υποτελείς λαοί δεν είχαν κανένα δεσμό με την εξουσία. Τα υποδουλωμένα έθνη είχαν χάσει την ελευθερία τους και η αγωνιστικότητά τους στους πολέμους ήταν περιορισμένη. Η μεγάλη έκταση του κράτους διευκόλυνε τις επαναστάσεις σατραπών σε απομακρυσμένες περιοχές ή ακόμα και τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Η πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας συνετέλεσε στην ανεκτική αντιμετώπιση των υπηκόων, για πρώτη φορά στην ιστορία.

Η θρησκεία ήταν το σημαντικότερο στοιχείο που προσδιόρισε τον περσικό πολιτισμό. Ένα ιστορικό πρόσωπο ο Ζαρατούστρα τη διαμόρφωσε και διέφερε από τις άλλες ανατολικές θρησκείες γιατί είχε ηθική βάση. Ο Ζωροαστρισμός πρόβαλλε την ιδέα της διαμάχης του καλού και του κακού και τόνιζε την υποχρέωση του ανθρώπου να συμβάλλει στην υπερίσχυση του καλού με την αγνότητα και την καταπολέμηση του ψεύδους. Οι Πέρσες δεν είχαν ναούς και είδωλα και λάτρευαν το θεό του Καλού και του φωτός σε βωμούς στις κορυφές των βουνών. Οι ιερείς τους άναβαν φωτιές στους βωμούς αυτούς (πυρολατρεία). Οι Πέρσες απλοποίησαν τη σφηνοειδή γραφή που υιοθέτησαν από τους Ασσύριους. Τα κείμενά τους ήταν κυρίως διατάγματα του Μεγάλου Βασιλιά που είχαν μεταφραστεί σε όλες τις γλώσσες των λαών της αυτοκρατορίας. Οι Πέρσες δεν είχαν δημιουργήσει τέχνη εμπνευσμένη από τις παραδόσεις τους. Η τέχνη αναπτύχθηκε σταδιακά για τις ανάγκες των ανακτόρων. Παρόλο που δεν έλειπαν στοιχεία από το Ζωροαστρισμό διέθετε βαβυλωνιακά, ασσυριακά, αιγυπτιακά και χεττιτικά στοιχεία. Τα μεγάλα ανακτορικά κέντρα δίνουν την εικόνα του πλούτου και του μεγαλείου. Η αρχιτεκτονική και η διακόσμηση τους είχε μνημειακό χαρακτήρα.

Αθανάσιος Πατρινός, Εκπαιδευτικός – Ιστορικός ερευνητής

Βιβλιογραφία

Άτλας της παγκόσμιας ιστορίας, (επιμ. Δ. Κοσμίδης), εκδ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», Αθήνα 1997.

HONOUR Η., FLEMING J., Ιστορία της τέχνης, τ. 1-2 (μετ. Ανδ. Παππάς), Υποδομή, Αθήνα 1991.

ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ Β., ΜΑΡΚΙΑΝΟΣ Σ., Ο αρχαίος κόσμος, τ. 1-2, Γνώση, Αθήνα 1987.

Άτλας της Βίβλου, εφημ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». Αθήνα 1998.

GARELLI P., Ασσυριολογία (μετ. Νικήτας Λιανέρης), Καρδαμίτσα, Αθήνα 1995.

GARDINER Α., Η Αίγυπτος των Φαραώ (μετ. Δημ. Παυλάκης), Φόρμιγξ, Αθήνα 1996.

ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΑΘ., Αρχαίοι πολιτισμοί Μέσης Ανατολής και Μεσογείου: Μεσοποταμία, Καραβία, Αθήνα 1977.

VERCOUTTER J., Η Αρχαία Αίγυπτος (μετ. Αρ. Παρίση), Καρδαμίτσα, Αθήνα 1994.

Advertisements