Ιστορία του Πόντου

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

 

Η περιοχή

Ο Πόντος βρίσκεται στα βορειοανατολικά της Μικράς Ασίας. Είναι η περιοχή που οριοθετείται ανατολικά από το Φάση ποταμό και το όρος Βατούμ, δυτικά από τον ποταμό Παρθένιο της Βιθυνίας και την πόλη Σινώπη στις εκβολές του Άλυ ποταμού, βόρεια από τον Εύξεινο Πόντο – τη σημερινή Μαύρη Θάλασσα – και νότια από την οροσειρά Ολγασύς. Στο εσωτερικό του που εκτείνεται περί τα 200-300 χιλιόμετρα δεσπόζουν οι απροσπέλαστες οροσειρές του Σκυδίση, του Παρυάδρη και του Αντιταύρου που χωρίζουν τον Πόντο από την υπόλοιπη Μικρά Ασία.

Ο Πόντος είναι αδιαμφισβήτητα μια ξεχωριστή περιοχή του Ελληνισμού με πλούσια ιστορία, παράδοση και πολιτισμό. To όνομα Πόντος είναι ελληνικό, γνωστό από την αρχαιότητα. Μυθολογικά ο Πόντος ήταν ο θεός που προσωποποιούσε την ανοιχτή θάλασσα, γιος του Αιθέρα και της Γαίας. Η περιοχή ήταν ιδιαίτερα δύσβατη και αφιλόξενη τόσο ώστε να την επιλέξει Δίας για να εξορίσει εκεί, στον Καύκασο, τον Τιτάνα Προμηθέα που έδωσε κρυφά στους ανθρώπους τις τεχνικές γνώσεις.

Προϊστορικά χρόνια – πρώιμη Αρχαιότητα

Προϊστορικά σύμφωνα με την γεωφυσική μελέτη η διαμόρφωση του Ευξείνου Πόντου αλλά και όλης της ευρύτερης περιοχής οφείλεται σε μια σειρά γεωλογικών και φυσικών φαινομένων. Συγκεκριμένα οι κατακλυσμιαίες καταστροφές (1ος και 2ος κατακλυσμός) και οι μεγάλες ηφαιστειακές εκρήξεις οδήγησαν στη άνοδο του πυθμένα της Τηθύος θάλασσας (γνωστή και από τη μυθολογία) και την ανάδειξη χερσαίων εκτάσεων. Από τη δημιουργία του νέου γεωγραφικού σκηνικού προελληνικά φύλα υπήρχαν στον Καύκασο.
Πριν και μετά το 2300 π.Χ., στον Πόντο επίσης διάφορα προελληνικά φύλλα δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο μετάλλων. Έτσι λοιπόν δεν ήταν τυχαία η μετέπειτα μετάβαση των Ελλήνων από το Αιγαίο, την Αττική, την Πελοπόννησο κ.ά. στον Πόντο κατά τα ιστορικά χρόνια καθώς συναντήθηκαν με τα προελληνικά φύλα της περιοχής.

Από την πρώιμη αρχαιότητα η περιοχή του Πόντου αποτελούσε μυστήριο και προσέλκυε τους Έλληνες θαλασσοπόρους. Οι Έλληνες πάντα συνδεδεμένοι με το υγρό στοιχείο δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στο κάλεσμα της άγνωστης θάλασσας με τα πλούσια σε μεταλλεύματα παράλια. Χαρακτηριστικές οι αναφορές στα ταξίδια του Ιάσονα (Αργοναυτική εκστρατεία), του Ορέστη, του Ηρακλή, του Οδυσσέα. Ο Άξεινος Πόντος (=αφιλόξενη θάλασσα) μετατράπηκε σε Εύξεινο Πόντο (=φιλόξενη θάλασσα) όταν ελληνικά πληρώματα άρχισαν να καταφθάνουν ήδη από τη Χάλκινη Περίοδο, γύρω στο 1000 π.Χ. εξερευνώντας την ευρύτερη περιοχή. Οι μαρτυρίες αυτές χάνονται στα βάθη των αιώνων και συμπίπτουν με ιστορικά-μυθολογικά γεγονότα όπως το μύθο του Προμηθέα Δεσμώτη (3η χιλιετία π.Χ.), το μεγάλο κατακλυσμό του Δευκαλίωνα και της Πύρρας (περί το 1900-1800 π.Χ.), το μύθο του Φρίξου και της Έλλης (2η χιλιετία π.Χ.) για να φτάσουμε στην Αργοναυτική εκστρατεία (τέλη 13ου αιώνα π.Χ.)

Ο αποικισμός

Αργότερα εμφανίστηκαν οι πρώτες ελληνικές αποικίες στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Από τις πιο γνωστές η Μίλητος, η Σινώπη, η Τραπεζούντα, η Αμισός, η Οδησσός που ανέλαβαν από πολύ νωρίς, μόλις από το 800 π.Χ., εμπορική δράση στην περιοχή. Οι αποικίες αυτές, πιστές στις μητροπόλεις τους ευημερούσαν τροφοδοτώντας τις Ελληνικές πόλεις με διαφόρων ειδών προϊόντα.
Τον 5ο π.Χ. αιώνα στα πλαίσια της πολιτικής της Αθήνας του Περικλή η περιοχή του Πόντου και ιδιαίτερα η Κριμαία αποτέλεσε τόσο στρατιωτική βάση όσο και εμπορικό σταθμό. Ο Περικλής ευελπιστούσε να καταστήσει την Κριμαία σταθμό ανεφοδιασμού της Αττικής και να αναπτύξει το εμπόριο των παράκτιων του Ευξείνου Πόντου χωρών.

Εποχή Μεγάλου Αλεξάνδρου

Κατά την αλεξανδρινή εποχή οι ελληνικές αποικίες στον Πόντο εξακολουθούσαν να ευημερούν συμβάλλοντας σημαντικά και στην οικονομική άνθιση των ελληνικών πόλεων. Πολιτικά ήταν ανεξάρτητες και αυτοδιοικούμενες πράγμα που δημιουργούσε τις καλύτερες συνθήκες για τη διατήρησή τους. Σημαντικότατη αποικία αναδείχτηκε η Τραπεζούντα, η οποία διακρίθηκε στην ιστορία για την οικονομική της ευρωστία, την αυτάρκεια, τα έθιμα αλλά και για την αυτοθυσία των γηγενών απέναντι στους πλείστους εχθρούς.

Ελληνιστική εποχή

Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου κι ενώ οι διάδοχοί του μάχονταν για την εξουσία της μεγάλης αυτοκρατορίας που δημιούργησε, ο Πόντος συνέχισε να ακμάζει υπό την διακυβέρνηση της Μιθριδατικής Δυναστείας (<Μίθρας: θεός του ουρανίου φωτός). Οι Πέρσες αυτοί αυτοκράτορες διατηρούσαν καλές σχέσεις με τα ελληνιστικά βασίλεια πράγμα που οδήγησε στη σταδιακό εξελληνισμό τους τόσο σε γλωσσικό όσο και σε πολιτισμικό-θρησκευτικό επίπεδο. Η χρήση της ελληνικής γλώσσας στα βάθη της Μικράς Ασίας και η αντικατάσταση των ντόπιων θεοτήτων με το Δωδεκάθεο είναι χαρακτηριστικά που αποδεικνύουν το πόσο έντονο υπήρξε το ελληνικό αίσθημα στους κατοίκους των περιοχών αυτών.

Ρωμαϊκή εποχή

Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ύπατο Πομπήιο το 63 π.Χ. και εφόσον οι Ρωμαίοι αντιλήφθηκαν τη γεωπολιτική σπουδαιότητα της περιοχής επέτρεψαν αρχικά την αυτοδιοίκηση στις ελληνικές αποικίες του Πόντου. Αυτό έδωσε ακόμα μεγαλύτερη ώθηση για ανάπτυξη στους τομείς της τέχνης και των επιστημών καθώς οι γηγενείς αποδείχτηκαν άνθρωποι με ξεχωριστό πνεύμα και ταλέντο. Αργότερα οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ασκώντας αυστηρότερη διακυβέρνηση αφαίρεσαν εξουσίες από τις ελληνικές πόλεις του Πόντου, φοβούμενοι τη ραγδαία τους άνοδο. Έτσι η Τραπεζούντα και άλλες μεγάλες πόλεις έπαψαν να είναι αυτόνομες προκειμένου να ελέγχονται καλύτερα από τους Ρωμαίους.

Εκείνη την εποχή ένα κοσμοϊστορικό γεγονός συμβαίνει στην περιοχή: Η διάδοση του Χριστιανισμού. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες πιστοί στα λατρευτικά τους έθιμα δυσκολεύονταν να αποδεχτούν τη νέα θρησκεία και δεν ήταν καθόλου δεκτικοί στην υιοθέτησή της. Οι κάτοικοι του Πόντου έγιναν αποδέκτες του Χριστιανισμού αρκετά νωρίς όταν διδάχτηκαν τις χριστιανικές αρχές από τους αποστόλους Ανδρέα και Πέτρο. Οι πρώτοι Χριστιανοί του Πόντου υπερασπιζόμενοι την ελεύθερη επιλογή θρησκείας εκδιώχθηκαν, βασανίστηκαν φυλακίστηκαν και έχασαν μαρτυρικά τη ζωή τους ιδιαίτερα στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-305 μ.Χ.), Γαλερίου (306-311 μ.Χ.) και Μαξιμίνου (305-311 μ.Χ.) που υπήρξαν σφοδροί πολέμιοι του Χριστιανισμού.

Βυζαντινή εποχή

Στη πρωτοβυζαντινή εποχή (330-610 μ.Χ.) ο Μέγας Κωνσταντίνος διατήρησε το ρωμαϊκό τύπο διοίκησης, μέσω της υπαγωγής όλων των εδαφών της αυτοκρατορίας στην πρωτεύουσα του βυζαντινού κράτους, την Κωνσταντινούπολη. Στο πλαίσιο αυτό διαίρεσε τον Πόντο σε τρεις διοικητικές περιφέρειες: Την ανατολική που ονομαζόταν «Ελενόποντος» (< Ελένη, η μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου), τη δυτική που ονομαζόταν «Πολεμωνιακός Πόντος» (<Πολέμωνας, διοικητής της περιοχής) και μια τρίτη (υπόλοιπο μέρος του Πόντου και Μικρή Αρμενία) που ονομαζόταν «Κολωνεία».

Στον τομέα της πολιτιστικής, κοινωνικής και θρησκευτικής ανάπτυξης ήταν αρκετά προοδευτικός. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. (ελευθερία χριστιανικής λατρείας) και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη αντί της Ρώμης δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για τη γένεση του ελληνορθόδοξου στοιχείου. Ίδρυσε την «Επισκοπή Τραπεζούντος εν τη ποντική διοικήσει», η οποία αργότερα έγινε μητρόπολη με 15 επισκοπές. Η καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας οδήγησε στην ίδρυση ναών και μοναστηριών ένα από τα οποία ήταν εκείνο της Παναγίας Σουμελά. Η σημασία της μονής αυτής και ο ρόλος της στην ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού είναι πραγματικά αξιοθαύμαστα προς μελέτη στοιχεία.

Το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά ιδρύθηκε το 386 μ.Χ. από τους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο έπειτα από εμφάνιση της εικόνας της «Παναγίας Αθηνιώτισσας» σε σπηλιά των ποντιακών ορέων. Η θαυματουργή εικόνα, φιλοτεχνημένη από τον ευαγγελιστή Λουκά, αποτέλεσε ενωτικό άξονα των χριστιανών της ευρύτερης περιοχής και σημαντικό τόπο λατρείας. Το θεραπευτικό αγίασμα που έως τις μέρες μας ρέει από γρανιτένιο βράχο του μοναστηριού αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα.

Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες που ακολούθησαν τον Μεγάλο Κωνσταντίνο απήλαυσαν μια εποχή συνεχούς άνθισης και αίγλης χωρίς όμως να δώσουν ιδιαίτερη σημασία στις εχθρικές προθέσεις των γειτονικών λαών. Το πλήγμα ήταν μεγάλο για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μέρος του ανατολικού Πόντου καταλήφθηκε από τους Πέρσες έως το 561/2 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ τους απομάκρυνε από τη Λαζική χώρα. Η Τραπεζούντα και η επαρχία της Χαλδίας δεν γνώρισαν κατοχή κι έτσι εξακολούθησαν να στηρίζουν τον ελληνισμό οικονομικά, πολιτισμικά, λαογραφικά, στρατιωτικά.

Κατά την μεσοβυζαντινή εποχή (610-1081 μ.Χ.) με την συνετή διακυβέρνηση του Λέοντος Γ’ του Ισαύρου ο Πόντος γνώρισε σημαντική ακμή. Ιδιαίτερα η Τραπεζούντα αναδείχτηκε σε μεγάλη δύναμη της εποχής. Οι αυτοκράτορες της περιόδου αυτής για την προστασία από εχθρικές επιδρομές θέσπισαν το θεσμό των Ακριτών, των συνοριοφυλάκων δηλαδή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι άντρες αυτοί με την εξαιρετική σωματική δύναμη και ανδρεία έχαιραν της εκτίμησης των κατοίκων που εκθείαζαν τα κατορθώματά τους με τα λεγόμενα «ακριτικά τραγούδια». Ιδιαιτέρως αγαπητός στον Πόντο ήταν ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας στο πρόσωπο του οποίου εκφράστηκε η αδιάκοπη πάλη του ελληνισμού κατά των εχθρών.

Η μονή της Παναγίας Σουμελά ήταν ανάμεσα στα κτίσματα που λεηλατήθηκαν από τις επιδρομές των αλλοθρήσκων αποδυναμώνοντας προσωρινά το λαϊκό αίσθημα για να αποκατασταθεί το 644 μ.Χ. από τον Τραπεζούντιο Όσιο Χριστόφορο.

Μέγα χτύπημα για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτέλεσε η ήττα του αυτοκράτορα Ρωμανού στη μάχη του Ματζικέρτ στις 26 Αυγούστου 1071 μ.Χ. από τους Σελτζούκους Τούρκους, οι οποίοι κατόπιν προήλασαν ανενόχλητοι στον Πόντο και τις γύρω περιοχές. Οι Ακρίτες αποδυναμωμένοι από την ελλιπή κρατική υποστήριξη, άλλοι εγκατέλειψαν τον Πόντο κι άλλοι παρέμειναν αγωνιζόμενοι για την επιβίωση του ελληνισμού.

Στην υστεροβυζαντινή εποχή (1081-1453 μ.Χ.) τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Η ανάληψη του αυτοκρατορικού αξιώματος από τη Δυναστεία των Κομνηνών δημιούργησε ένα ισχυρό Βυζαντινό κράτος κι έναν ακόμα ισχυρότερο Πόντο. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 μ.Χ. ο διάδοχος Αλέξιος Κομνηνός ίδρυσε το «Κράτος της Μεγάλης Τραπεζούντας» έχοντας την αμέριστη αποδοχή του λαού καθώς παρείχε προστασία εναντίον των κατακτητών. Οι Κομνηνοί, άνθρωποι του πνεύματος οι ίδιοι, δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των επιστημών προάγοντας τη Τραπεζούντα σε πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο. Ο Πόντος με την πλούσια παράδοση υπήρξε φωτεινό πέρασμα στους δρόμους του σκοταδιστικού Μεσαίωνα.

Όσο για το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, εκείνη την περίοδο γνώρισε ευημερία καθώς οι Κομνηνοί αυτοκράτορες εκτός της προστασίας που του παρείχαν, το ανακαίνισαν και δώρισαν αρκετά κειμήλια και αντικείμενα αξίας. Οι εγκαταστάσεις της μονής επεκτάθηκαν.

Εισβολή των Οθωμανών

Κατά την περίοδο της οθωμανοκρατίας ο Πόντος γνώρισε το σκληρό πρόσωπο του θρησκευτικού φανατισμού και της προσφυγιάς. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1453 και της Τραπεζούντας το 1461 σηματοδότησαν την μεταβολή από την ακμή και την άνθιση στην παρακμή και την εξαθλίωση. Οι γενίτσαροι (τα αιχμάλωτα χριστιανόπουλα που αρπάχτηκαν από την Τουρκική εξουσία σε πολύ τρυφερή ηλικία κι εξισλαμίστηκαν βίαια, και στη συνέχεια επάνδρωναν τον τουρκικό στρατό), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο πάλαι ποτέ ένδοξο παλάτι των Κομνηνών και η μετατροπή του ορθόδοξου ναού της «Παναγίας της Χρυσοκεφάλου» σε τζαμί έπληξαν ανεπανόρθωτα το κύρος του ποντιακού ελληνισμού. Οι Έλληνες του Πόντου κάτω από απάνθρωπες συνθήκες επιβίωσης αναγκάζονταν είτε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους είτε να ασπαστούν το Ισλάμ προκειμένου να μείνουν ζωντανοί.

Ένα από τα παρήγορα γεγονότα της περιόδου αυτής ήταν η επιβίωση της μονής της Παναγίας Σουμελά που αποτελούσε την εξαίρεση θρησκευτικού χώρου που δεν υπέστη λεηλασίες. Αρκετοί Οθωμανοί Σουλτάνοι επέδειξαν σεβασμό στο μοναστήρι, του οποίου την ασφάλεια εγγυήθηκαν με Σουλτανικά Φιρμάνια. Από τις αρχές του 17ου αιώνα οι Έλληνες του Πόντου που είχαν αποσυρθεί στις δυσπρόσιτες περιοχές διατηρώντας άσβεστη την τη εθνική συνείδηση άρχισαν να επαναπατρίζονται στα ενδότερα ξανακερδίζοντας τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Σ’ αυτό συνέβαλλε η μοναστηριακή καθοδήγηση και ο ορυκτός πλούτος το Πόντου που τους έδωσε μία νέα οικονομική ώθηση. Τα μεταλλωρυχεία ήταν και για τους Σουλτάνους προσοδοφόρες επιχειρήσεις γι’ αυτό και επέτρεψαν τη λειτουργία τους με σκοπό την αποκομιδή του πλούτου τους.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας οι Έλληνες του Πόντου βίωσαν βασανιστικές στιγμές ευρισκόμενοι εκείνοι και οι οικογένειές τους σε συνεχή κίνδυνο. Ως προσωρινή λύση προκειμένου να επιβιώσουν ήταν να ασπαστούν φαινομενικά το Κοράνι. Οι Έλληνες αυτοί ονομάστηκαν «κρυπτοχριστιανοί», γιατί έκρυβαν την πίστη τους προσποιούμενοι τους εξισλαμισμένους. Επέζησαν ανά τους αιώνες με βαθιά ριζωμένες τις χριστιανικές αρετές τις οποίες μετέδιδαν από γενιά σε γενιά. Ήταν κι αυτός ένας από τους τρόπους διατήρησης του ελληνοχριστιανισμού.

Το 1856 το φαινόμενο του κρυπττοχριστιανισμού έγινε γνωστό στις οθωμανικές αρχές πράγμα που αποδείχτηκε και από τον έλεγχο της περιοχής. Οι Σουλτάνοι όμως φοβούμενοι τον εκχριστιανισμό και τις τυχόν επιπτώσεις του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάστηκαν, κάτω από τις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και την εξέγερση των κρυπτοχριστιανών του Πόντου στη μονή της Παναγίας Θεοσκεπάστου, να υπογράψουν το λεγόμενο «Χάτι Χουμαγιόυν» (=αυτοκρατορικό διάταγμα) το 1857 που αναγνώριζε επίσημα τους πρώτους κρυπτοχριστιανούς ως χριστιανούς. Αυτό όμως δεν σήμαινε απόλυτα και την αποδοχή τους από τους Οθωμανούς κατακτητές που με νέο κύμα διωγμών προσπάθησαν να αποτρέψουν την εξάπλωση της ελληνοχριστιανικής ιδέας. Αρκετοί κρυπτοχριστιανοί εγκατέλειψαν τον Πόντο και κατέφυγαν για να σωθούν στην ομόθρησκη Ρωσία. Παρά της αντιξοότητες οι Πόντιοι κατάφεραν λόγω των προνομίων που απέκτησαν από την Υψηλή Πύλη να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους κυρίως στον τομέα της οικονομίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά το 1883 τέσσερις τραπεζικοί οίκοι της Τραπεζούντας έλεγχαν παράλληλα με την Τράπεζα Αθηνών την οικονομία της περιοχής.

20ος αιώνας

Το 1910 η Βουλή των Νεοτούρκων στα πλαίσια της αναμόρφωσης του νομοθετικού συστήματος της Τουρκίας αποδέχτηκε την ύπαρξη χριστιανών εντός των περιοχών επιρροής των τουρκικών αρχών. Έτσι ξεκίνησε μια νέα εποχή ανάπτυξης για τον Πόντο. Οι Έλληνες του Πόντου επιστρέφοντας στην ενδοχώρα κατάφεραν να προωθήσουν την παιδεία, τη λατρευτική ζωή, τις τέχνες, το εμπόριο, τη γεωργική οικονομία, τη βιοτεχνία, μεταλλουργία, τη ναυπηγική. Όλα έδειχναν ότι ο Πόντος εξελισσόταν σε μεγάλη δύναμη πράγμα που φάνηκε και από την ανάγκη μεταβολής της πολιτειακής οργάνωσης της περιοχής· εμφάνιση αστικής τάξης και αυτόνομου πολιτεύματος, της λεγόμενης «Ποντιακής Δημοκρατίας».

Από το 1916 ως το 1923 η κατάσταση άρχισε να αλλάζει αρνητικά για τους Ποντίους. Οι αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις των φανατισμένων Νεοτούρκων, οι λεηλασίες ναών, οι διωγμοί και τα βασανιστήρια ήταν φαινόμενα της καθημερινότητας τους. Άλλοι κατέφευγαν στη γείτονα Ρωσία κι άλλοι έπεφταν ως διωκόμενοι Χριστιανοί. Την περίοδο αυτή η ιερά μονή Παναγίας Σουμελά γνώρισε το απάνθρωπο πρόσωπο του θρησκευτικού φανατισμού. Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα της εφημερίδα «Αργοναύτης» το μοναστήρι βρέθηκε σε κατάσταση πολιορκίας. Οι ευρισκόμενοι μέσα σ’ αυτό μοναχοί αλλά και πιστοί πέρασαν δύσκολες στιγμές ωσότου αποφάσισαν να το εγκαταλείψουν στα μέσα Απριλίου του 1916 αναζητώντας καταφύγιο κοντά στις ρωσικές φρουρές.

Οι Έλληνες πολιτικοί και οι Μεγάλες Δυνάμεις βρέθηκαν μπροστά σε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα· το «ποντιακό ζήτημα». Οι λανθασμένοι χειρισμοί και οι σκόπιμες – όπως αποδείχτηκε – κωλυσιεργίες είχαν ως αποτέλεσμα τον αφανισμό του ποντιακού ελληνισμού. Το σχέδιο εξόντωσης των Ποντίων από Νεότουρκους και Κεμαλιούς ήταν πια μία πραγματικότητα. Η ελληνικότητα ήταν μία ιδιότητα που έπρεπε να εκλείψει. Έτσι, πραγματοποιήθηκε η Γενοκτονία του παρευξείνιου ελληνισμού. Άντρες εξαθλιωμένοι στα «τάγματα εργασίας» ή «τάγματα θανάτου» όπως οι Ελληνοπόντιοι αποκαλούσαν, γυναικόπαιδα σφαγιασμένα, ναοί λεηλατημένοι, λαός ξεριζωμένος, ορφάνια, ψυχολογική και σωματική βία, καταστροφή περιουσιών, εξευτελισμός, άσβεστο μίσος εναντίον των Ελλήνων. Το 50% περίπου των Ελληνοποντίων αφανίστηκαν την περίοδο αυτή.

Το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά δεν εξαιρέθηκε της καταστροφής. Το 1922 αφού λεηλατήθηκε και καταληστεύτηκε, κάηκε ολοσχερώς· η ύστατη πράξη βαρβαρότητας. Η εικόνα όμως της Παναγίας διασώθηκε. Το 1923 με την υπογραφή της «συνθήκης της Λωζάνης» που προέβλεπε συρρίκνωση των ελληνικών συνόρων και ανταλλαγή πληθυσμών συντελέστηκε ακόμα ένα μεγάλο έγκλημα. Τόσο οι Έλληνες της υπόλοιπης Μικρασίας όσο και οι Πόντιοι βίωσαν ακόμα μια φορά τη βαναυσότητα του νομιμοποιημένου αυτή τη φορά ξεριζωμού. Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν κυρίως στη βόρεια Ελλάδα βοηθήθηκαν όχι τόσο από το πολιτικό σύστημα αλλά από τους μόνιμους κατοίκους των περιοχών υποδοχής τους και βρήκαν σχετικά γρήγορα τους ρυθμούς της ζωής τους. Με την εργατικότητα και τις ιδέες τους ολόκληρη η Ελλάδα γνώρισε σημαντική ακμή στα γράμματα, στις τέχνες, στη γεωργία και γενικότερα στην οικονομία.

Αλεξία Κουκουλά, Φιλόλογος – Απόφοιτος ΕΚΠΑ

Βιβλιογραφία:

  1. Εγκυκοπαιδεια Παπυρος-Λαρους-Μπριταννικα,  εκδοτικος οργανισμος “Παπυρος”.

  2. Εγκυκλοπαιδεια Συγχρονη διδακτικη- μυθολογικο και ομηρικο λεξικο, εκδοσεις Αγγελάκη-Γεωργιάδη-Ντούζου

  1. Οδοιπορικό στον Πόντο από το χτες στο σήμερα,  Κωνσταντίνος Φωτιάδης,   http://ardin-rixi.gr/archives/5771

  2. Η Ιστορία του Πόντου Ι, Περικλής Ροδάκης, Εκδόσεις Γόρδιος
  3. Μιθρυδάτης ο Ευπάτωρ, Περικλής Ροδάκης, εδκόσεις Γόρδιος
  4. Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας, Γεώργιος Σκαλιέρης, Εκδόσεις Μάτι
  5. Από την Μικρασιατική καταστροφή στην προσφυγιά και στην Ελληνική Αναγέννηση
  6. Η συμβολή του Χρύσανθου στην οικοδόμηση της Ποντιακής Ιδέας
  7. Είμαι από τον Πόντο – Η γεωγραφία του Πόντου
  8. Η Παναγία Σουμελά χτες, σήμερα, αύριο
  9. Η Γενοκτονία του Πόντου
Advertisements