Ιστορία της Ιωνίας – Αιολίδας

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Προϊστορικά χρόνια – πρώιμη Αρχαιότητα

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα είχαν γυιο τον Έλληνα. Ο Έλληνας είχε τρεις γυιους. Τον Δώρο (πρόγονο των Δωριέων), τον Ξούθο και τον Αίολο (πρόγονο των Αιολίδων). Ο Ξούθος απέκτησε δύο γυιους, τον Αχαιό (πρόγονο των Αχαιών) και τον Ίωνα (πρόγονο των Ιώνων).

Είναι γνωστή η θαλασσοκρατορία του Μίνωα της Κρήτης, όπου χάρη στο πανίσχυρο ναυτικό του είχε δημιουργήσει στενές εμπορικές σχέσεις με τα νησιά του Αιγαίου και τα μικρασιατικά παράλια. Αυτό πιστοποιείται αρχαιολογικά από τη μινωική κεραμική που βρέθηκε στη Μίλητο αλλά και νοτιότερά της. Παράλληλα μυκηναϊκή κεραμική βρέθηκε στις Κλαζομενές, την Έφεσο, στις Σάρδεις, στη χερσόνησο της Αλικαρνασσού και στην περιοχή της Καρίας.

Οι Αιολείς αρχικά κατοικούσαν στη σημερινή Θεσσαλία και στη Βοιωτία, ενώ οι Ίωνες στην Αττική, στην Εύβοια και στη βόρεια Πελοπόννησο. Λόγω της στενότητας χώρου, της γεωργοκτηνοτροφικής οικονομίας που επικρατούσε και δεν άφηνε περιθώρια για ανάπτυξη και της πίεσης από την κάθοδο των Δωριέων, ανάγκασε μεγάλες ομάδες Ελλήνων να μεταναστεύσουν προς την Ανατολή και τις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας. Ο αποικισμός αυτός, που ονομάστηκε Α΄ Ελληνικός Αποικισμός, πραγματοποιήθηκε σε διαδοχικά κύματα και κατά φυλετικές ομάδες από τα μέσα του 11ου μέχρι τα τέλη του 9ου αιώνα π.Χ. Οι Αιολείς αποίκησαν αρχικά τα νησιά Λέσβο (πατρίδα της ποιήτριας Σαπφούς), Τένεδο και τις Εκατόννησους (τα σημερινά Μοσχονήσια). Στη Λέσβο ιδρύθηκαν οι πόλεις Μυτιλήνη, Μήθυμνα, Ερεσός, Πυρρά, Αρίσβη και Άντισσα. Αργότερα ίδρυσαν αποικίες στο απέναντι και βόρειο τμήμα των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας. Οι κυριότερες πόλεις που ίδρυσαν, σύμφωνα με τον ιστορικό Ηρόδοτο, ήταν οι Αιγές, η Αιγειρόεσσα, η Γράνεια, η Κίλλα, η Κύμη, η Αιολίδα, η Μύρινα, το Νέο Τείχος, η Πιτάνη, η Σμύρνη (πιθανολογείται ως η πατρίδα του ποιητή Ομήρου – αργότερα κατακτήθηκε από τους Ίωνες) και η Τήμνος. Βορειότερα στην περιοχή της Τρωάδος ιδρύθηκαν οι πόλεις τα Γάργαρα, η Άσσος, η Άνταδρος, η Κεβρή, η Σκήψις, τα Νεάνδρεια και η Πιτύεια. Η περιοχή αυτή ονομάστηκε Αιολίδα και εκτεινόταν παραλιακά από τα στενά του Ελλησπόντου (Δαρδανέλια) μέχρι τον Έρμο ποταμό στην περιοχή της Σμύρνης. Μεγάλη ακμή γνώρισε η πόλη της Σμύρνης και το λιμάνι της, το Ναύλοχον, κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Την εποχή αυτή κόπηκαν τα πρώτα νομίσματα από ήλεκτρο, τα οποία κοσμήθηκαν με το έμβλημα της πόλης, ένα κεφάλι λιονταριού.

Οι Ίωνες αποίκησαν το νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων (εκτός από τη Μήλο και τη Θήρα), τα νησιά Χίος, Σάμος, Ικαρία και το κεντρικό τμήμα των μικρασιατικών παραλίων. Οι κυριότερες πόλεις που ίδρυσαν, πάλι σύμφωνα με τον ιστορικό Ηρόδοτο, ήταν η Μίλητος (πατρίδα του μαθηματικού και φιλοσόφου Θαλή, του Αναξιμένη και του Αναξίμανδρου), η Μυούς, η Πριήνη (πατρίδα του Βία, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας), η Έφεσος (πατρίδα του φιλοσόφου Ηρακλείτου), η Κολοφώνα (πατρίδα του φιλοσόφου Ξενοφάνη, του ζωγράφου Απελλή και του ιστορικού Κλείταρχου), η Λέβεδος, η Τέως (πατρίδα του λυρικού ποιητή Ανακρέοντα), οι Κλαζομενές (πατρίδα του φιλοσόφου Αναξαγόρα), οι Ερυθρές, η Φώκαια και το Νότιον.

Η περιοχή

Η περιοχή που αποίκησαν ονομάστηκε Ιωνία και παραλιακά εκτεινόταν από τις εκβολές του ποταμού Έρμου στα βόρεια μέχρι την Αλικαρνασσό (πατρίδα του πατέρα της ιστορίας Ηροδότου) στα νότια.

Στα δυτικά βρεχόταν από το Αιγαίο πέλαγος, ενώ στα ανατολικά συνόρευε με την περιοχή της Λυδίας. Κέντρο της ενότητας των Ιώνων ήταν ο ναός του Ποσειδώνα στο ακρωτήριο της Μυκάλης, όπου κάθε χρόνο συγκεντρώνονταν για να γιορτάσουν μαζί τα «Πανιώνια», τη μεγάλη θρησκευτική τους γιορτή. Αρκετά γνωστή ήταν και η γιορτή «Εφέσια» προς τιμήν του θεού Διονύσου, στην οποία συγκεντρώνονταν Έλληνες άποικοι από πολλές περιοχές της Ιωνίας. Επειδή οι Ιωνικές πόλεις αναπτύχθηκαν περισσότερο από τις υπόλοιπες πόλεις της Μικράς Ασίας, με τον όρο Ιωνία εννοούσαν αργότερα ολόκληρα, κατά μήκος, τα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας. Στην αρχή οι αποικίες αυτές είχαν γεωργικό και κτηνοτροφικό χαρακτήρα. Επειδή όμως ιδρύθηκαν σε θέσεις που ευνοούσαν την ανάπτυξη του εμπορίου, οι περισσότερες πόλεις εξελίχθηκαν σε σημαντικά εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα. Στην πολιτιστική τους ανάπτυξη βοήθησε και η επαφή τους με φύλα της ανατολικής Μεσογείου. Κάθε αποικία προσπαθούσε να είναι αυτάρκης, δηλαδή να παράγει όλα εκείνα τα προϊόντα με τα οποία θα μπορούσε να τρέφει τους πολίτες της, να είναι αυτόνομη, δηλαδή να διοικείται μόνο από τους ίδιους τους πολίτες της και τέλος να είναι ελεύθερη, δηλαδή ανεξάρτητη από τις γειτονικές πόλεις και φυλές.

Β’ Ελληνικός Αποικισμός

Από τα μέσα του 8ου μέχρι το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. έχουμε τον Β΄ Ελληνικό Αποικισμό. Με τον μεγάλο αυτό αποικισμό, οι αρχαίοι Έλληνες εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα (Εύξεινος Πόντος). Η πόλη από την οποία έφευγαν για αποστολή αποικιών ονομαζόταν μητρόπολη. Σε αυτόν τον αποικισμό πήραν μέρος και πολλές πόλεις της Αιολίδας και της Ιωνίας όπως η Φώκαια, η Κύμη, η Έφεσος και η Μίλητος η οποία διέθετε ογδόντα αποικίες κυρίως στον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο. Η Μαύρη Θάλασσα αποικίστηκε σε τέτοιο μεγάλο βαθμό από τη μητρόπολη Μίλητο, όπου ονομάστηκε «θάλασσα των Μιλησίων».

Αξίζει να αναφερθούν και κάποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αιολικής και της ιωνικής διαλέκτου. Στην αιολική πολλές φορές το ο τρέπεται σε υ π.χ. ἄλλυ, ἀπύ, ὄνυμα. Η αρχαία ελληνική γλώσσα είχε εκτός από ρήματα με κατάληξη σε –ω και ρήματα σε –μι. Αυτά τα ρήματα είναι συχνότερα στην αιολική π.χ. κάλημι, φίλημι, ἀδίκημι. Επίσης στην αιολική κοντά στα ένρινα (μ, ν) και στα υγρά (λ, ρ) σύμφωνα παρουσιάζει συχνά ο αντί α π.χ. στροτός, ἔνοτος. Αντίθετα, στην ιωνική διάλεκτο το μακρόχρονο α τρέπεται σε η π.χ. φήμη, πηγή, μήτηρ. Σχηματίζει σε κατάληξη –ναι το απαρέμφατο των ρημάτων σε –μι π.χ. τίθημι-τιθέναι. Τρέπει τη συλλαβή –τι σε –σι.

Περσικοί πόλεμοι

Τον 6ο αιώνα π.Χ. η Αιολίδα και η Ιωνία έχασαν την ανεξαρτησία τους υποτασσόμενες αρχικά στο βασίλειο της Λυδίας (με εξαίρεση τη Μίλητο) και στη συνέχεια στους Πέρσες που υπέταξαν ολόκληρη την περιοχή. Στην Έφεσο ολοκληρώθηκε το 440 π.Χ. ο ναός της Αρτέμιδος, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι χρειάστηκαν 120 χρόνια για να αποπερατωθεί, ενώ είχε αρχικά ξεκινήσει την εποχή του βασιλιά Κροίσου της Λυδίας. Οι διαστάσεις του ναού ήταν 105Χ60μ., δίπτερος ιωνικός με 106 ή 127 κίονες. Ο ναός καταστράφηκε από φωτιά από τον Ηρόστρατο το 356 π.Χ., αλλά αμέσως μετά ξεκίνησε η ανακατασκευή του. Επίσης νότια της Μιλήτου, στην Αλικαρνασσό η κατασκευή του τάφου του Μαύσωλου, Πέρση σατράπη της Καρίας, θεωρήθηκε ως ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Αυτό το μεγαλοπρεπές έργο χτίστηκε για να τοποθετηθεί το σώμα του Μαύσωλου και της γυναίκας του Αρτεμισίας. Το 499 π.Χ. λόγω της γενικής δυσαρέσκειας που υπήρχε για τον δυσβάστακτο περσικό ζυγό οι περιοχές αυτές επαναστάτησαν. Υποκινητής της επανάστασης ήταν ο τύραννος της Μιλήτου Αναξαγόρας ο οποίος ζήτησε βοήθεια και από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η Αθήνα και η Ερέτρια δέχθηκαν να βοηθήσουν και έστειλαν 25 συνολικά τριήρεις. Στην αρχή οι επαναστάτες είχαν επιτυχίες. Έδιωξαν τους τυράννους, που είχαν τοποθετήσει για να τους κυβερνούν οι Πέρσες και έκαψαν τις Σάρδεις. Ωστόσο υπέστησαν βαριά ήττα αμέσως μετά. Για τρία χρόνια, οι Πέρσες κατέπνιγαν την εξέγερση στην περιοχή της Καρίας και το 494 π.Χ. ανασυντάχθηκαν, νίκησαν τους Ίωνες στη ναυμαχία της Λάδης και κατέστρεψαν τη Μίλητο. Οι Ιωνικές πόλεις απαλλάχτηκαν από την Περσική κυριαρχία μετά τους περσικούς πολέμους και εντάχθηκαν στην Δηλιακή Συμμαχία υπό την κηδεμονία της πόλης των Αθηνών (μέσα 5ου αιώνα π.Χ.). Στη τελευταία φάση του πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.Χ.), το πεδίο των πολεμικών συγκρούσεων μεταφέρθηκε στη θαλάσσια περιοχή της Ιωνίας. Ο αθηναϊκός στόλος ηττήθηκε στο ακρωτήριο της Σάμου Νότιο (407 π.Χ.) ενώ στις Αργινούσες (406 π.Χ.) νίκησε τον αντίστοιχο σπαρτιάτικο. Τέλος στους Αιγός Ποταμούς (405 π.Χ.), στον Ελλήσποντο, καταστράφηκε ολοκληρωτικά ο αθηναϊκός στόλος. Οι πόλεις της Ιωνίας επανήλθαν στην Περσική αυτοκρατορία με την Ανταλκίδειο ειρήνη (386 π.Χ.).

Αλεξανδρινά χρόνια

Την άνοιξη του 334 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος πέρασε με το στρατό του από τον Ελλήσποντο στη Μικρά Ασία αρχίζοντας έτσι τη μεγάλη εκστρατεία του για την κατάλυση του Περσικού κράτους. Οι Πέρσες σατράπες με πολυάριθμο περσικό στρατό και αρκετούς Έλληνες μισθοφόρους παρατάχθηκαν στον ποταμό Γρανικό για να αντιμετωπίσουν τον Μακεδόνα βασιλιά. Εκεί έγινε το Μάιο του 334 π.Χ. η πρώτη μεγάλη σύγκρουση της εκστρατείας η οποία κατέληξε στην πλήρη διάλυση των περσικών δυνάμεων. Μετά τη νίκη του, ο Αλέξανδρος έγινε κύριος της Αιολίδας και της Ιωνίας. Οι ελληνικές πόλεις τον υποδέχτηκαν ως ελευθερωτή, κατάργησαν τα ολιγαρχικά πολιτεύματα που τους είχαν επιβάλει οι Πέρσες και κηρύχθηκαν αυτόνομες. Αμέσως μετά την κατάλυση του Περσικού κράτους και το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι πόλεις της Αιολίδας και της Ιωνίας έγιναν προσωρινά τμήμα του βασιλείου του Λυσίμαχου (301 π.Χ.). Μετά το θάνατο του Λυσίμαχου (281 π.Χ.) η Αιολίδα κατακτήθηκε από το βασίλειο της Περγάμου και η Ιωνία από το βασίλειο των Σελευκιδών. Κάποιες πόλεις των ανωτέρων περιοχών διατήρησαν για κάποιο χρονικό διάστημα την ανεξαρτησία τους. Το 129 π.Χ. τα εδάφη ολόκληρης της δυτικής Μ. Ασίας, μετά την κατάκτησή τους από τους Ρωμαίους, οργανώθηκαν ως ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Asia.

Ρωμαϊκή εποχή

Κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης τα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας ησύχασαν από τις πειρατικές επιδρομές και τη μάστιγα των λεηλασιών από ξένους λαούς. Η ειρήνη που επικράτησε τους δύο πρώτους μ.Χ. αιώνες στο Ρωμαϊκό κράτος έφερε μία γενική οικονομική ανάπτυξη σε όλες τις περιοχές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ειδικότερα η πόλη της Σμύρνης απολάμβανε ειδικά προνόμια χάρη στο ενδιαφέρον των ρωμαίων αυτοκρατόρων. Τιμήθηκε τρεις φορές με τον επίζηλο τίτλο της «νεωκόρου». Παρόλο που καταστράφηκε από σεισμούς το 178 π.Χ. ανοικοδομήθηκε με μεγαλύτερη λαμπρότητα.

Ο εκχριστιανισμός της Αιολίδας και της Ιωνίας έγινε από τον Απόστολο Παύλο. Κατά τη β΄περιοδεία του ο Παύλος πέρασε πρώτα από την Τρωάδα για να μεταβεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Κατά την επιστροφή του από την Κόρινθο είχε μία σύντομη παραμονή στην Έφεσο. Από την Έφεσο πέρασε πάλι, για τελευταία φορά, ο Απόστολος των Εθνών κατά την γ΄ περιοδεία του. Η ελληνική Μητρόπολη της Ιωνίας έγινε με τον εκχριστιανισμό της η πρώτη (σε σημασία) χριστιανική Μητρόπολη της Ασίας, με δεύτερη την Εκκλησία της Σμύρνης. Το έργο τού Παύλου συνεχίστηκε στην Έφεσο από τον ευαγγελιστή Ιωάννη. Ο μαθητής τού Παύλου, Τιμόθεος, φέρεται ως ο πρώτος επίσκοπος της Εφέσου και της Ιωνίας. Τον 2ο αιώνα η πόλη της Εφέσου ήταν μία πολυάριθμη εκκλησία με άριστη οργάνωση και έντονη πνευματική ζωή.

Παρέμεινε για πάντα το μητροπολιτικό κέντρο της Ασίας τουλάχιστον ως τον 11ο αι. Στην Έφεσο μαρτύρησαν τον 3ο αι. οι επτά παίδες (Μαξιμιλιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Αντωνίνος, Κωνσταντίνος και Εξακουστοδιανός). Από την Έφεσο κατάγονταν οι άγιοι Μέμνων, Σολομών και Μάρκος ο Ευγενικός (15ος αι.).

Η σύγκληση στην Έφεσο της Γ΄ Οικουμενικής (431) Συνόδου για την καταπολέμηση του Νεστοριανισμού φανερώνουν τη σπουδαιότητά της.

Το δεύτερο σε σημασία χριστιανικό κέντρο της Ιωνίας αναδείχτηκε, από τους αποστολικούς ακόμη χρόνους, η Σμύρνη. Η Εκκλησία της μαρτυρείται, αμέσως μετά την Εκκλησία της Εφέσου, στο βιβλίο της Αποκάλυψης. Εκεί μαρτύρησε ο επίσκοπός της άγιος Πολύκαρπος (165), ενώ στο ίδιο μέρος έγραψε τις επιστολές του προς τις εκκλησίες Τράλλεων, Μαγνησίας, Εφέσου και Ρώμης ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (107). Στη Σμύρνη κοιμήθηκε οσιακά ο άγιος Βουκόλος (1ο αι.).

Βυζαντινή εποχή

Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313) από τον αυτοκράτορα Μέγα Κωνσταντίνο και τον Λικίνιο σταμάτησαν οριστικά οι διωγμοί. Η ευνοϊκή στάση του Κωνσταντίνου και των μετέπειτα αυτοκρατόρων προς τον χριστιανισμό είχε σαν συνέπεια τη γρήγορη εξάπλωσή του σε ολόκληρη την περιοχή της Μ. Ασίας και γενικότερα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Η Αιολίδα και η Ιωνία αντιμετώπισαν, όπως και οι περισσότερες περιοχές του Βυζαντινού κράτους, αρκετά προβλήματα από τις λεηλασίες που υπέστησαν από την κάθοδο των βαρβαρικών φυλών κατά τον 5ο αιώνα. Γοτθικά, Ουνικά και Σλαβικά φύλα πραγματοποίησαν επιδρομές είτε για λεηλασία, είτε για εξεύρεση νέων εδαφών μόνιμης εγκατάστασης. Την περίοδο αυτή η Σμύρνη αποτέλεσε ένα αξιόλογο εμπορικό κέντρο.

Τον 8ο αι. οι αυτοκράτορες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας χώρισαν τη χώρα σε διοικητικά τμήματα που αποκαλούνταν θέματα. Η Ιωνία αποτελούσε τμήμα του διοικητικού θέματος των Ανατολικών. Η Αιολίδα χωριζόταν μεταξύ του θέματος των Ανατολικών και του θέματος Οψικίου. Το 823 οι Άραβες κατέλαβαν την Κρήτη και άρχισαν να την χρησιμοποιούν ως ορμητήριο για να λεηλατούν, μεταξύ άλλων, τα μικρασιατικά παράλια και τα νησιά. Για 140 περίπου χρόνια οι Άραβες στάθηκαν φόβος και τρόμος των χριστιανών του Αιγαίου. Μετά την ανακατάληψη της Κρήτης (961) από τους Βυζαντινούς, τα νησιά του Αιγαίου και τα παράλια της Μικράς Ασίας ησύχασαν για πάντα από τις επιδρομές των Αράβων.

Το σημαντικότερο βυζαντινό μνημείο της Ιωνίας ήταν η βασιλική του ευαγγελιστή Ιωάννη στην Έφεσο. Στην αρχή πάνω από τον τάφο του ευαγγελιστή κατασκευάστηκε ένας ναός – Μαρτύριο. Τον 6ο αι. κατεδαφίστηκε και στη θέση του χτίστηκε, από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ένας μεγαλοπρεπής ναός ο οποίος διατηρήθηκε μέχρι τον 12ο αι. Ο ναός αποτελούταν από ένα μνημειακό αίθριο διαστάσεων 34Χ47μ. που στηριζόταν σε θολωτές κατασκευές, έναν νάρθηκα που ενωνόταν με τον κυρίως ναό με πέντε θύρες και ένα κεντρικό κλίτος που στεγαζόταν με έξι ογκώδεις τρούλους, από τους οποίους ο μεγαλύτερος και κεντρικός τρούλος βρισκόταν πάνω από τον τάφο του ευαγγελιστή. Το συνολικό μήκος της βασιλικής ήταν 130μ. Στις μέρες μας γίνεται προσπάθεια μερικής αναστήλωσης του ναού.

Εισβολή των Τούρκων

Τον 11ο αιώνα το Βυζάντιο θα έλθει αντιμέτωπο με τους Σελτζούκους. Οι Σελτζούκοι ανήκαν στο τουρκικό νομαδικό φύλο των Ουγούζων ή Ούζων και ήταν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Η ονομασία τους προήλθε από το όνομα ενός αρχηγού τους Σελτζούκ. Μετά την ήττα του βυζαντινού στρατού στη μάχη του Ματζικέρτ (1071) από το φύλο των Σελτζούκων, οι Τούρκοι έφτασαν μέχρι τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Ολόκληρη η Αιολίδα και η Ιωνία έπεσαν στα χέρια των Τούρκων καθώς και η Σμύρνη (1084). Ο Αλέξιος Κομνηνός (1081-1118) απελευθέρωσε ξανά τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας νικώντας τον σελτζουκίδη εμίρη της Σμύρνης και περιορίζοντας τους Σελτζούκους στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204) από τους Σταυροφόρους της Τέταρτης Σταυροφορίας, οι περιοχές της Αιολίδας και της Ιωνίας συμπεριλήφθησαν στο νεοσύστατο κράτος της Νίκαιας με ιδρυτή το Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη (1204-1222). Ο ικανότατος γαμπρός και διάδοχός του, Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης (1222-1254), διπλασίασε τις κτήσεις του κράτους της Νίκαιας και άνοιξε την πόρτα για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261) από τον διάδοχό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο.

Την ίδια εποχή ο Σελτζούκος εμίρης του Ικονίου πήρε ως μισθοφόρους μία ομάδα νομάδων με φύλαρχο τον Ερτογρούλ και τους παραχώρησε μία περιοχή κοντά στην Προύσα της Βιθυνίας για να βόσκουν τα κοπάδια τους. Ο νέος φύλαρχος των νομάδων Οσμάν Α΄ (1258-1326), γυιος του Ερτογρούλ, αφού κατέλαβε τη γύρω περιοχή, αυτοανακηρύχθηκε Σουλτάνος του δικού του κράτους (1299). Οι διάδοχοί του επέκτειναν διαδοχικά το σουλτανάτο του καταλαβάνοντας και την Προύσα. Το νεοσύστατο αυτό κράτος πήρε το όνομα του ιδρυτή Οσμάν και ονομάστηκε Οθωμανικό κράτος ή κράτος των Οσμανίδων. Σταδιακά οι Οθωμανοί κατέλαβαν ολόκληρη τη Μικρά Ασία και τη Σμύρνη (1424), πέρασαν στα ευρωπαϊκά εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1354) και προχώρησαν ως την Πελοπόννησο. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) σημείωσε και το τέλος του Βυζαντίου.

Παρά τον αποδεκατισμό του πληθυσμού των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας από τις καταστροφικές τουρκικές επιδρομές που άρχισαν τον 11ο και συνεχίστηκαν μέχρι τον 15ο αιώνα, το ελληνικό στοιχείο διατηρήθηκε. Αντιστάθμισμα στους εξισλαμισμούς που απείλησε τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας, υπήρξε το έντονο ρεύμα αποδημιών που παρατηρήθηκε από την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα προς τις ακτές της Ιωνίας τον 17ο και 18ο αι. Εντυπωσιακή ακμή και δραστηριότητα, άρχισε να παρατηρείται στις παραλιακές πόλεις της Ιωνίας από τις αρχές του 18ου αι. Κατά μήκος μίας νοητής ευθείας δύο εκατοντάδων περίπου χιλιομέτρων, από το παραλιακό Αδραμύττιο στον βορρά μέχρι την Έφεσο νότια στην Ιωνία, αναπτύχθηκαν ζωντανές ελληνικές εστίες όπως η Σμύρνη, οι Κυδωνιές, η Πέργαμος, η Φώκαια, η Μαινεμένη, το Αϊδίνι, η Μαγνησία, η Φιλαδέλφεια. Στα τέλη του 19ου αι. το ελληνικό στοιχείο σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία υπολογιζόταν σε 2000000 ψυχές.

Η Σμύρνη κατά την Τουρκοκρατία (1424 – 1919) , και παρά τις δοκιμασίες που υπέστη από σεισμούς, πυρκαγιές και επιδημίες, κατάφερνε πάντα να ανασυγκροτείται μετά από κάθε συμφορά, με το ελληνικό στοιχείο να ενισχύει σταδιακά την παρουσία του εκεί και να αριθμεί στα τέλη του 18ου αι. 26000 περίπου κατοίκους. Λόγω του έντονου ελληνικού στοιχείου οι Τούρκοι την αποκαλούσαν «γκιαούρ Ιζμίρ» δηλαδή άπιστη Σμύρνη. Το 1866 συνδέθηκε με σιδηροδρομική γραμμή με το Αϊδίνιο και λίγο αργότερα και με το Κασαμπά. Το 1885 συνδέθηκε σιδηροδρομικά και με τη Βαγδάτη. Παράλληλα, το 1870 κατασκευάστηκε η καινούρια, σύγχρονη προκυμαία της, το ιστορικό «Και» (γαλλικό quai = προκυμαία), η φημισμένη παραλία με τα καλόγουστα αρχοντικά σπίτια. Το «Και» άρχιζε από τη νότια δυτική πλευρά της πόλης, εκεί που ήταν η μεγάλη τουρκική αγορά και έφτανε μέχρι την Πούντα και το σταθμό του Αϊδινίου. Το λιμάνι της ήταν το δεύτερο σε εμπορική σημασία μετά την Κωνσταντινούπολη στην οθωμανική αυτοκρατορία. Για το λόγο αυτό οι Γάλλοι, οι Άγγλοι, οι Ολλανδοί, οι Βενετοί καθώς και άλλοι ευρωπαϊκοί λαοί είχαν ιδρύσει εμπορικούς οίκους και εισήγαγαν βαμβάκι, νήματα, μετάξι, σταφίδες, και κρασί. Στις παραμονές της Μικρασιατικής Εκστρατείας η Σμύρνη αριθμούσε 370.000 κατοίκους, εκ των οποίων 165.000 ήταν Έλληνες, 80.000 Οθωμανοί Τούρκοι, 55.000 Εβραίοι, 40.000 Αρμένιοι, 6.000 Λεβαντίνοι και 30.000 διάφοροι άλλοι ξένοι.

Ακόμα μία ακμάζουσα ελληνική πόλη ήταν το Αϊβαλί ή οι Κυδωνιές, πατρίδα του Φώτη Κόντογλου (το πραγματικό του όνομα ήταν Φώτιος Αποστολέλης). Είχε αξιόλογη ελληνική κοινότητα, τυπογραφείο και ακαδημία στην οποία δίδαξαν μεταξύ άλλων ο Θεόφιλος Καῒρης, ο Βενιαμίν Λέσβιος και ο Γρηγόριος Σαράφης. Στην οικονομική άνοδο της πόλεως συνετέλεσε φιρμάνι του 1773 με το οποίο ο σουλτάνος παραχώρησε πλήρη αυτοδιοίκηση και απαλλαγή από ορισμένους φόρους.

Οι Έλληνες κάτοικοι της Ιωνίας δεν ήταν μόνο οργανωμένοι στις κοινότητές τους αλλά και σε πολυάριθμες συντεχνίες. Λειτούργησαν πολλά γνωστά ιδρύματα όπως το «Γραικικό νοσοκομείο» ιδρυμένο το 1723, η «Ευαγγελική Σχολή» ιδρυμένη το 1808, το «Φιλολογικό Γυμνάσιο» ιδρυμένο στις αρχές του 20ου αι. αλλά και αρκετά τυπογραφεία, σχολεία και εμπορικοί οίκοι.

20ος αιώνας

Στις 2/15 Μαΐου 1919, τμήματα της 1ης Μεραρχίας του ελληνικού στρατού αποβιβάστηκαν στην προκυμαία της Σμύρνης, μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού του τοπικού πληθυσμού. Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας είχαν υποφέρει αρκετά από τις συνεχείς και αναίτιες δημεύσεις περιουσιών, διωγμών και τα τάγματα εργασίας. Τα τάγματα εργασίας, που χρησιμοποιήθηκαν στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο αλλά και μετά το τέλος της Μικρασιαστικής Εκστρατείας, δεν απέβλεπαν στην άμεση εξόντωση των μειονοτικών πληθυσμών αλλά στη σταδιακή ψυχολογική και σωματική τους εξασθένιση, με τελικό σκοπό το θάνατο. Οι ελληνικές μονάδες ήρθαν αμέσως σε σύγκρουση με ένοπλα τουρκικά στοιχεία. Στους 14 μήνες που μεσολάβησαν από την απελευθέρωση της Σμύρνης μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (1920), ο ελληνικός στρατός είχε σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες. Κατέλαβε το Αϊδίνιο, το Νύμφαιο, την Πέργαμο, τη Μενεμένη, την Αρτάκη, την Πάνορμο και την Προύσα και απέκρουσε με επιτυχία τις επιθέσεις των τσετών που παρενοχλούσαν πόλεις και χωριά με ελληνικούς πληθυσμούς.

Με τη Συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1920) η Ελλάδα έλαβε, μεταξύ άλλων, τη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της, από τις πόλεις Αϊβαλί, Πέργαμο, Μενεμένη, Μαγνησία, Κασαμπά, Βουρλά και ολόκληρη την Ερυθραία ώς τον Τσεσμέ, τα Αλάτσατα και την Κάτω Παναγιά, και προς το νότο την Παλαιά και τη Νέα ΄Εφεσσο για μια πενταετία. Μετά την παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος το τοπικό Κοινοβούλιο θα είχε την ευχέρεια να ζητήσει με απλή πλειοψηφία από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών την οριστική ένταξη της Σμύρνης στην Ελλάδα. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια, αλλά αγνοούσε τους Τούρκους εθνικιστές του Κεμάλ, ο οποίος προχώρησε σε άμεση απόρριψη της Συνθήκης των Σεβρών.

Μετά από τις αλλεπάλληλες ήττες των Τούρκων στο Εσκί Σεχίρ, στην Κιουτάχεια και στο Αφιόν Καραχισάρ, οι Ελληνικές δυνάμεις έφθασαν προ των πυλών της Άγκυρας, στις 8 Αυγούστου με τη διάβαση του ποταμού Σαγγάριου. Εκεί, στην κρίσιμη μάχη που ακολούθησε τον Αύγουστο του 1921 ανάγκασε τον ελληνικό στρατό να καθηλωθεί. Στις 28 Αυγούστου ο τουρκικός στρατός αντεπιτέθηκε με δύναμη και τη νύχτα της 30ης προς 31η Αυγούστου η ελληνική στρατιά αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί, επιστρέφοντας στις θέσεις εξόρμησής της (Νικομήδεια-Εσκή Σεχίρ-Σεϊντί Γαζή-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ-ποταμός Μαίανδρος). Η τελική επίθεση του Κεμάλ, η οποία οδήγησε στην οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού και στην κατάρρευση του μετώπου, πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1922.

Ακολούθησε η μαζική φυγή χιλιάδων χριστιανών από τις πόλεις και τα χωριά της Μ. Ασίας προς τη Σμύρνη, με τη σκέψη ότι εκεί θα εύρισκαν ασφάλεια. Τα πρώτα άτακτα τουρκικά τμήματα στρατού, οι διαβόητοι τσέτες, μπήκαν στη Σμύρνη στις 27 Αυγούστου και την επομένη έκαναν την εμφάνισή τους τα τακτικά τμήματα του τουρκικού στρατού με επικεφαλή τον Νουρεντίν πασά. Ακολούθησαν ανήκουστες φρικαλεότητες, εν ψυχρώ δολοφονίες, βιασμοί, σφαγές, λεηλασίες και ο εμπρησμός της πόλης από τον τουρκικό στρατό. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και οι μητροπολίτες Χρυσόστομος Σμύρνης και Κυδωνιών Γρηγόριος. Η ανακήρυξη των μητροπολιτών Χρυσοστόμου Σμύρνης, Κυδωνιών Γρηγορίου, Προκοπίου Ικονίου, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Ευθυμίου Ζήλων, ως εθνομάρτυρες και αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε το 1992 και η μνήμη τους τιμάται την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Μερικούς μήνες αργότερα (Σεπτέμβριος / Οκτώβριος 1922), η Ανακωχή των Μουδανιών τερμάτισε τις εχθροπραξίες μεταξύ των εμπολέμων και αποτέλεσε το προοίμιο για το τι επρόκειτο να συμβεί με τη Συνθήκη της Λωζάννης στις 30 Ιανουαρίου 1923, η οποία οριστικοποίησε τα τετελεσμένα γεγονότα του ξεριζωμού 1,5 εκατομμυρίων Ελλήνων της Μικράς Ασίας έναντι 500000 μουσουλμάνων της Ελλάδας. Ήταν συμφωνημένη αμοιβαία εκτόπιση, η μοναδική στην παγκόσμια ιστορία και βασίστηκε στη θρησκευτική ταυτότητα. Τα τελευταία γεγονότα έσυραν και την επιτύμβια πλάκα πάνω από τις πανάρχαιες πατρίδες του μικρασιατικού ελληνισμού.

Χρήστος Νικολόπουλος

Θεολόγος – Ιστορικός (Βυζαντινολόγος)

ΠΗΓΕΣ:

Stark, Freya. Ιωνία : Μια ιστορική έρευνα: Από τη μυθολογία έως σήμερα / Freya Stark · μετάφραση Ελ. Καλκάνη. – Αθήνα : Δαμιανός,
Στράβων. Άπαντα 14 : Γεωγραφικών ΙΔ: Από την Ιωνία στην Κιλικία / Στράβων · επιμέλεια Φιλολογική Ομάδα Κάκτου · μετάφραση Πάνος Θεοδωρίδης. – Αθήνα : Κάκτος, 1994.
Συλλογικό έργο. Ιωνία : Οι Έλληνες στη Μικρασία / Συλλογικό έργο, Ήρκος Αποστολίδης, Στάντης Αποστολίδης, Ισμήνη Καπάνταη · φωτογράφιση Ντόρα Μηναΐδη, Μαρία Φακίδη. – Αθήνα : Αδάμ – Πέργαμος, 1997.
Μεχτίδης, Πέτρος Σ. Ιωνία : Η ιστορία, ο πολιτισμός και τα μνημεία / Πέτρος Στ. Μεχτίδης. – Θεσσαλονίκη : Βάνιας, 2005.
Η φωτοδότρα Μικρασία : Ιωνία, Καππαδοκία – 1η έκδ. – Θεσσαλονίκη : Τζιαμπίρης – Πυραμίδα, 2006.
Μπουμπουγιατζή, Ευαγγελία Δ. Ο ελληνισμός της Ιωνίας : 20ός αιώνας / Ευαγγελία Μπουμπουγιατζή. – 1η έκδ. – Θεσσαλονίκη : Κυριακίδη Αφοί, 2011.
Κασιμάτη, Κούλα. Σμύρνη, Τα μείζονα Κύθηρα : Οι Κυθήριοι στην Ιωνία (18ος-20ός αιώνας) / Κούλα Κασιμάτη. – Αθήνα : Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός, Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, 2014.
Κοντογιάννης Παντελής, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, φυσική σύστασις της χώρας, γεωγραφία, φυσικός πλούτος – Σύλλογος προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων
Advertisements