Ιστορία της Καππαδοκίας

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Η περιοχή

Η Καππαδοκία είναι από μία από τις πιο γνωστές περιοχές της Μικρασίας. Ένας τόπος με μεγάλη γεωγραφική έκταση, πλούσια ιστορία, αξιόλογο πολιτισμό, σημαντική γεωπολιτική θέση, πατρίδα λογίων και καλλιτεχνών, σταυροδρόμι ηθών και εθίμων.

Τα γεωγραφικά της όρια μεταβλήθηκαν αρκετές φορές λόγω πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων. Πρόκειται για μια χώρα στο μέσο της Μικρασίας, ανάμεσα στη λίμνη Τάττα και τους ορεινούς όγκους του Ταύρου και Αντίταυρου. Συνορεύει Βόρεια με την Γαλατία και τον Πόντο, Δυτικά με τη Λυκαονία και τη Φρυγία, Ανατολικά με την Αρμενία και Νότια με την Κιλικία και τη Συρία. Την Καππαδοκία διαρρέουν αρκετοί ποταμοί, κυριότεροι των οποίων είναι οι Άλυς, Μέλας, Σάρος, Σκορδίσκος ενώ τη γεωφυσιολογία της συμπληρώνουν οι λίμνες Τάττα, Στεφάνη, Ίντε Σου.

Μία χώρα των πλείστων θρύλων και πολιτισμών όπως η Καππαδοκία δεν μπορεί παρά να δημιουργεί και ένα είδος μυστηρίου γύρω από την προέλευση του ονόματός της. Υπάρχουν αρκετές ετυμολογίες της λέξης «»Καππαδοκία», οι επικρατέστερες των οποίων είναι:

α) Καππαδοκία = χώρα των αλόγων (στην περσική γλώσσα)

β) Καππαδοκία < Καππαδόκες = ιαπετικό έθνος που εγκαταστάθηκε στην περιοχή γύρω στο 1600 π.Χ.

γ) Καππαδοκία< ποταμός Καππαδόξ.

δ) Καππαδοκία < ἃπα (= νερό)+δοκῶ(=θεωρώ)

Προϊστορία – αρχαιότητα

Κατά τη μυθολογία η περιοχή συνδέεται με τον αρχαίο Έλληνα ήρωα Ηρακλή. Η Καππαδοκία πήρε το όνομά της από τον Καππάδοκα, γιο του Νινύου του βασιλιά της Ασσυρίας, ο οποίος ανήκε στη γενιά των Ηρακλειδών (απόγονοι του Ηρακλή). Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και το Στράβωνα ο Ηρακλής έπειτα από την αρπαγή του ιερού τρίποδα του Απόλλωνα τιμωρήθηκε από το θεό να παραμείνει για τρία χρόνια στην υπηρεσία της βασίλισσας της Λυδίας Ομφάλης. Εκεί επιδόθηκε και σε αρκετούς άθλους. Με την Ομφάλη ο Ηρακλής απέκτησε έναν γιο, τον Αλκαίο, που ήταν ο προπάππος του Νινύα.

Ήδη από την προϊστορική εποχή σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα κατοικείτο η Καππαδοκία. Πολλοί λαοί πέρασαν από τα εδάφη της αφήνοντας σημαντικούς πολιτισμούς. Πρώτοι κάτοικοι της Καππαδοκίας ήσαν οι Χετταίοι.

Στις αρχές της 3ης χιλιετηρίδας η ευρύτερη Μικρασιατική περιοχή κατοικείται από τους Χάττι, που κατά την επιστημονική έρευνα θεωρούνται αυτόχθονες. Πρόκειται για έναν ισχυρό προελληνικό λαό που ανέπτυξε σημαντικό πολιτισμό με κέντρο την πρωτεύουσα Χαττούσα ή Χάττι (το σημερινό Μπογιάζκιοϊ), που βρισκόταν στη βόρεια Καππαδοκία.

Αργότερα, στο α΄ μισό της 3ης χιλιετηρίδας στην περιοχή φτάνουν από τη Θράκη οι Λούβιοι. Επρόκειτο για προελληνικό φύλλο, συγγενές με τους μετέπειτα κατοίκους της Καππαδοκίας Χετταίους. Οι Λούβιοι αναμείχθηκαν με τους γηγενείς και προσέφεραν αρκετά στην ανάπτυξη του πολιτισμού.

Κατά το β΄ μισό της 3ης χιλιετηρίδας φτάνουν στη Μικρασία οι Χετταίοι, λαός με βαθύτατη τεχνική γνώση. Εγκαθίστανται κυρίως στην Καππαδοκία και συμβάλλουν στην εμπορική και καλλιτεχνική άνθιση της περιοχής. Οι Χετταίοι διατηρούν επαφές τόσο με τις προϋπάρχουσες μικρασιατικές φυλές όσο και με τον ελλαδικό χώρο. Εγκαθιδρύουν μια ισχυρή αυτοκρατορία με πρωτεύουσα τη Χαττούσα και ζουν μεγαλοπρεπώς δημιουργώντας εξαιρετικά μνημεία έως το 13 αιώνα π.Χ., οπότε και παρακμάζουν για να τους διαδεχτούν στη δύναμη οι λαοί του Αιγαίου.

Κατά τη 2η χιλιετία μετανάστευαν από τη Μακεδονία στη Μικρασία οι Φρύγες (< Φρυγία = κόρη του μυθικού βασιλιά της Αθήνας Κέκροπα), λαός που ασχολείτο με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Η Χετιτική Αυτοκρατορία είχε πλέον διαλυθεί και οι Φρύγες βρήκαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη τους. Η παρουσία τους στο χώρο είναι γνωστή ήδη από τα ομηρικά χρόνια και η ακμή τους μεγάλη, ιδιαίτερα κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. Κέντρο της δράσης τους υπήρξε η ομώνυμή τους χώρα Φρυγία που βρισκόταν στα βορειοδυτικά της Μικρασίας. Η Καππαδοκία επηρεάστηκε σημαντικά από το φρυγικό πολιτισμό. Οι Φρύγες και οι Σύριοι Καππαδόκες απετέλεσαν ενωμένοι το λεγόμενο καππαδοκικό έθνος.

Περί το 880 π.Χ. οι Ασσύριοι (<Ασσούρ = θεός του ουρανού) παίρνουν την εξουσία της περιοχής από τους Φρύγες. Πρόκειται για έναν δυναμικό λαό που αρχικά κατοικούσε στη Μεσοποταμία και με την πάροδο των χρόνων εξαπλώθηκε και στη Μικρασία. Στα χρόνια της κυριαρχίας τους η Καππαδοκία γνώρισε οικονομική και εμπορική άνθιση. Μυθολογικά οι Ασσύριοι ήσαν απόγονοι του Ηρακλή (Ηρακλής→Αλκαίος→Βήλος→Νίνος→Νινύας→Καππάδοκας). Μάλιστα ο Νινύας έδωσε το όνομά του στην πρωτεύουσα του Ασσυριακού κράτους, Νινευί.

Από τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα οι Έλληνες (κάτοικοι του Ελλαδικού χώρου) ξεκινούν να δημιουργούν αποικίες σε όλη τη Μικρασία, πράγμα αναμενόμενο λόγω της κοινής αρχέγονης ιστορίας. Η Καππαδοκία δεν λείπει από την πολιτιστική τους επέκταση και γρήγορα αναδεικνύεται σε ιδιαίτερο χώρο γραμμάτων και τεχνών. Σ’ αυτό βέβαια συνέβαλε και η μετέπειτα αποδοχή του ελληνικού στοιχείου από τους Πέρσες βασιλείς.

Στα χρόνια της βασιλείας του Κροίσου (560-546π.Χ.) η Καππαδοκία αποτελούσε μέρος του λυδικού κράτους και διατελούσε υπό καθεστώς φεουδαρχικής αριστοκρατίας. Οι Λυδοί (<Λυδός = μυθικός βασιλιάς, γιος του Άτυος) ήταν ένας λαός που ζούσε με πολυτέλεια καθώς τα εδάφη τους ήταν πλούσια σε ορυκτά. Άλλωστε και ο βασιλιάς Κροίσος έμεινε γνωστός παροιμιακά για τα αμύθητα πλούτη του.

Γύρω στο 650 π.Χ. η Καππαδοκία υποτάχθηκε στους Μήδους όταν βασίλευε ο Κυαξάρης, ο οποίος κατάφερε να δημιουργήσει μια ολόκληρη αυτοκρατορίά νικώντας τους Ασσυρίους. Οι Μήδοι (< Μήδος = γιος της Μήδειας και του Αιγέα) ήταν ένας ισχυρός λαός που αγαπούσαν την τέχνη και τη διακόσμηση.

Κατά το 550 π.Χ. η Καππαδοκία βρέθηκε υπό Περσική κατοχή, καθώς ο Κύρος, βασιλιάς των Περσών, νίκησε σε μάχη τον Κροίσο, βασιλιά της Λυδίας, ενσωματώνοντας στο κράτος του και τους Μήδους. Η Περσία αναδείχτηκε σε ισχυρότατη αυτοκρατορία μέχρι την κατάλυσή της από το Μ. Αλέξανδρο. Για την καλύτερη διοικητική οργάνωση του Περσικού Κράτους αποφασίστηκε η διαίρεσή του σε διοικητικές περιφέρειες, τις λεγόμενες σατραπείες. Τότε ήταν που στην Καππαδοκία διετέλεσαν ως σατράπες εγχώριοι άρχοντες, πράγμα που οδήγησε στην ισχυροποίηση της περιοχής. Πρώτη τη τάξει υπήρξε η δυναστεία των Αριαραθών.

Αλεξανδρινά – Ελληνιστικά χρόνια

Στα αλεξανδρινά και ελληνιστικά χρόνια σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές τόσο στον διοικητικό τομέα όσο και στην ανάπτυξη της ελληνικής γραμματείας στην περιοχή.

Το 333 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος στα πλαίσια της εκστρατείας του πέρασε κι από την Καππαδοκία χωρίς όμως να την καταστρέψει παρόλο που τηρούσε υπό περσική κατοχή κι εκείνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Πέρσες. Εξάλλου ήταν γνωστοί στο μακεδόνα στρατηλάτη οι θρύλοι περί ιερότητας της καππαδοκικής γης, πράγμα που αποδεικνύει και η αρχαιολογική σκαπάνη. Περιορίστηκε μόνο στο να αλλάξει τον τοποτηρητή· έτσι αντί του Αριαράθη Α΄ σατράπης της Καππαδοκίας διορίστηκε ως το θάνατο του Αλέξανδρου ο καππαδόκης Σαβίκτας ή Αβισταμένης.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η Καππαδοκία λόγω της γεωφυσιολογίας της με τους ψηλούς κωνικούς βράχους, τους λαξεμένους πετρώδεις σχηματισμούς, τα υπόγεια περάσματα, την μυσταγωγική τελετουργία ήδη από την πρώιμη αρχαιότητα, θεωρείται τόπος ιερός με έντονο ενεργειακό πεδίο. Σύμφωνα με τους τοπικούς θρύλους απαγορεύονταν οι εχθροπραξίες σε ιερό χώρο. Θεωρείτο επίσης ότι ο εκάστοτε άρχων της Καππαδοκίας αποκτούσε δυνάμεις που απέρρεαν από την μυστηριακή ιερότητα της περιοχής.

Έτσι λοιπόν επί Μεγάλου Αλεξάνδρου η Καππαδοκία διατήρησε την αυτονομία της.

Μετά όμως το θάνατο του Αλέξανδρου 323 π.Χ. οι επίγονοί του άρχισαν να μάχονται για τη διανομή των εδαφών της εκτεταμένης αυτοκρατορίας του. Η Καππαδοκία ήταν μέσα στις περιοχές του ενδιαφέροντός τους. Ο στρατηγός Περδίκας τοποθέτησε ως σατράπη τον Ευμένη τον Καρδιανό νικώντας τον Αριαράθη Α΄.

Το 315 π.Χ. ο μακεδόνας στρατηγός Αντίγονος Α΄ ο Μονόφθαλμος, αντίπαλος του Περδίκα και του Ευμένη, κατέλαβε την Καππαδοκία.

Μετά το 301 π.Χ. οι μακεδόνες επίγονοι διαίρεσαν την αυτοκρατορία σε τέσσερα βασίλεια: του Κασσάνδρου στη Μακεδονία, του Σέλευκου στη Συρία, του Λυσίμαχου στη Θράκη, του Πτολεμαίου στην Αίγυπτο. Η Καππαδοκία με βάση την παραπάνω διαίρεση διανεμήθηκε ανάμεσα στο Λυσίμαχο και το Σέλευκο και χωρίστηκε στα δύο: στη Μεγάλη Καππαδοκία (προς το μέρος της οροσειράς του Ταύρου) και στην Ποντική Καππαδοκία (προς το μέρος του Πόντου).

Παράλληλα οι Πέρσες έκαναν προσπάθειες-πολεμικές και διπλωματικές-για την ανάκτηση των εδαφών της Μικρασίας που είχε προσαρτήσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Ως αποτέλεσμα, στη Μεγάλη Καππαδοκία επεκράτησε η δυναστεία των Αριαραθών και στην Ποντική Καππαδοκία η δυναστεία των Μιθριδατών. Τα εδάφη της Μεγάλης Καππαδοκίας απετέλεσαν τη σύγχρονη Καππαδοκία, ενώ η Ποντική Καππαδοκία περιλήφθηκε στον Πόντο. Σήμερα λοιπόν λέγοντας Καππαδοκία εννοούμε την πάλαι ποτέ Μεγάλη Καππαδοκία.

Λόγω του αποικισμού των Ελλήνων στην Καππαδοκία, η περιοχή έπαιρνε σταδιακά τη μορφή πολιτιστικού κέντρου. Οι Πέρσες μονάρχες που εκτιμούσαν τον πλούτο αλλά και τη μόρφωση, προσπάθησαν να διατηρούν καλές σχέσεις με τους Έλληνες κατοίκους της Μικρασίας προκειμένου να δεχτούν τον προηγμένο τους πολιτισμό. Στα πλαίσια της ειρηνικής συνύπαρξης Ελλήνων-Περσών λάμβαναν χώρα γάμοι μεταξύ των αντίστοιχων βασιλικών οίκων. Η Ελληνική γλώσσα έχαιρε μεγάλης αποδοχής και εκτίμησης από τους Πέρσες μονάρχες, οι οποίοι βοήθησαν στη διάδοσή της προωθώντας ιδρύματα γλώσσας και πολιτισμού (σχολές, ωδεία, θέατρα). Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι από τους Πέρσες βασιλείς ήσαν φιλέλληνες με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ τον Ευπάτορα βασιλιά του Πόντου, γνωστό για τη μόρφωση και τις αξίες του.

Ρωμαϊκή εποχή

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή η Καππαδοκία διατήρησε την πολιτιστική της υπεροχή αλλά υπήρξε μια διαφοροποίηση ως προς τον θρησκευτικό-λατρευτικό της προσανατολισμό. Ενώ μέχρι πρότινος οι Καππαδόκες είχαν πολυθεϊστική θρησκεία (Ολύμπιοι θεοί, φρυγικοί θεοί, ιρανικοί θεοί) με την εμφάνιση του Χριστιανισμού ενστερνίζονται σταδιακά το μονοθεϊσμό και ασπάζονται τη χριστιανική διδασκαλία. Ήταν η εποχή που οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες επεκτείνοντας τις κτήσεις τους κυριαρχούσαν στην περιοχή. Οι Καππαδόκες, άνθρωποι των γραμμάτων καθώς ήταν, ανέπτυξαν καλές σχέσεις με τους Ρωμαίους τοποτηρητές, οι οποίοι υπήρξαν άλλωστε εραστές του ελληνικού πνεύματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των φιλικών αυτών σχέσεων ήταν η ενθρόνιση του Καππαδόκη συγγραφέα Αρχελάου Σισίνη στο βασίλειο της Καππαδοκίας από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Μάρκο Αντώνιο το 36 π.Χ.

Ο Αρχέλαος Σισίνης που ως βασιλιάς ονομάστηκε Αρχέλαος Α,΄ υπήρξε ο τελευταίος βασιλιάς της Καππαδοκίας. Ήταν γιος της Γλαφύρας και του ιερέα του Πόντου Αρχέλαου. Είχε ευγενική καταγωγή, έλαβε επιμελημένη παιδεία και διακρινόταν για τις αρετές του. Διατήρησε το θρόνο του ακόμα και μετά την ήττα του Μάρκου Αντώνιου από τον Οκταβιανό Αύγουστο καθώς ο τελευταίος τον θεωρούσε αξιόλογο άντρα και σημαντικό σύμμαχο. Το βασίλειό του καταλύθηκε οριστικά το 17 μ.Χ. από τον Τιβέριο Καίσαρα και μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρχία.

Ο Χριστιανισμός είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του και άρχιζε να επηρεάζει τον τρόπο σκέψης των κατοίκων της Καππαδοκίας. Τα κηρύγματα του Απ. Παύλου και του Απ. Πέτρου οι οποίοι δίδαξαν στην ελληνική γλώσσα- την επίσημη γλώσσα της Καππαδοκίας-βρήκαν μεγάλη απήχηση και προήγαν την Καππαδοκία αξιόλογο κέντρου του χριστιανοελληνικού πολιτισμού.

Από τον 1ο αιώνα κι έπειτα την ιστορία της Καππαδοκίας σημάδεψε μια μεγάλη προσωπικότητα· ο φιλόσοφος Απολλώνιος ο Τυανεύς, ο οποίος διήγε ενάρετο βίο. Ήταν εκφραστής της χριστιανικής λατρεία και δίδασκε την ύπαρξη του Μοναδικού Θεού. Εκείνη την εποχή κι άλλοι πολλοί λόγιοι και φιλόσοφοι έζησαν και δίδαξαν στην Καππαδοκία, η οποία φημιζόταν πλέον για την πνευματική ανάπτυξη. Οι Ρωμαίοι βλέποντας θετικά την ανάπτυξη αυτή άρχισαν να αποικίζουν συστηματικά την περιοχή. Μελανό σημάδι της ιστορίας της Καππαδοκίας θεωρούνται οι διωγμοί κατά των Χριστιανών που πραγματοποίησαν κατά καιρούς ορισμένοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες επιθυμώντας την επαναφορά του πολυθεϊσμού. Κατά τους διωγμούς αυτούς πλήθος Χριστιανών θανατώθηκαν μαρτυρικά.

Βυζαντινή εποχή

Στα βυζαντινά χρόνια με την υπογραφή του διατάγματος των Μεδιολάνων από τον αυτοκράτορα Μεγάλο Κωνσταντίνο το 313 μ.Χ. έλαβαν τέλος οι διωγμοί κατά των χριστιανών και θεσπίστηκε ανεξιθρησκία σε ολόκληρη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τότε αναδείχτηκαν στην Καππαδοκία σημαντικές μορφές του χριστιανισμού όπως οι Βασίλειος ο Μέγας (επίσκοπος Καισάρειας), Γρηγόριος ο Νύσσης (επίσκοπος Νύσσας), Γρηγόριος ο Θεολόγος (αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως), Αμφιλόχιος Ικονίου (επίσκοπος Ικονίου). Στην Καππαδοκία ανεγέρθηκαν ναοί και μοναστήρια, σημαντικά μνημεία του χριστιανισμού.

Σε σχέση με τη διοικητική διακυβέρνηση η Καππαδοκία στη βυζαντινή εποχή ήταν αρχικά χωρισμένη σε δύο επαρχίες: την Καππαδοκία α΄ (Καισάριεα, Νύσσα, Θέρμα, Ρεγεπόδανδος) και την Καππαδοκία β΄ (Τύανα, Φαυστινούπολις, Κύβιστρα, Νανζιανζός, Σάσιμα, Παρνασός, Ρεγεδοάρα). Λόγω της γεωγραφικής της θέσης λειτουργούσε ως προμαχώνας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά των εξ Ανατολής επιδρομέων. Γι’ αυτό οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου προχώρησαν στη διοικητική διαίρεση της Αυτοκρατορίας σε «θέματα», δηλαδή αυτόνομα στρατηγεία υπεύθυνα για τα στρατιωτικά ζητήματα. Ένα απ’ αυτά ήταν και το «Θέμα Καππαδοκίας», αποτελούμενο από το νότιο τμήμα της Καππαδοκίας, με κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων αρχικά το φρούριο της Κορώνης και αργότερα τα Τύανα.

Παράλληλα θεσπίστηκαν οι φρουρές των λεγόμενων Ακριτών, των συνοριοφυλάκων δηλαδή, οι οποίοι διακρίνονταν για το θάρρος την ανδρεία, την πολεμική δεινότητα και αυτοθυσία. Όταν δεν πολεμούσαν ζούσαν ως αγρότες με τις οικογένειές τους σε κτήματα δωρεάν παραχωρημένα από το κράτος, γυμνάζονταν και εξέτρεφαν τα άλογά τους. Πάντα όμως ήσαν έτοιμοι για τυχόν πολεμικές συγκρούσεις. Τα κατορθώματά τους και η δράση τους οδήγησαν στο να εγκωμιάζονται από τους συμπατριώτες τους και να υμνούνται από τη λαϊκή μούσα. Οι πιο γνωστοί Ακρίτες ήσαν ο Βασίλειος Διγενής, ο Πορφύριος, ο Ιωαννίκος, ο Ανδρόνικος, ο Αρμούρης, ο Φωκάς, ο Βάρδας, ο Δούκας, ο Κωνσταντίνος. Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές ανάμεσα στους οποίους και οι Αναστάσιος Αλεκτορίδης, Στίλπων Κυριακίδης, Πέτρος Καλονάρος, Παπαδόπουλος Κεραμεύς, Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, η Καππαδοκία θεωρείται κοιτίδα των ακριτικών τραγουδιών. Αρκετοί επίσης στρατιωτικοί και αυτοκράτορες του Βυζαντίου κατάγονταν από την Καππαδοκία.

Με τους άξιους χειρισμούς των βυζαντινών αυτοκρατόρων και τη συστηματική οργάνωση του στρατού επετεύχθη μία περίοδος ειρήνης στην περιοχή (964-1067) που έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της γραμματείας και της τέχνης του καππαδοκικού ελληνισμού.

Εισβολή των Τούρκων

Ακολούθησαν τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η επέλαση των Σελτζούκων είχε καταστροφικά αποτελέσματα για την Καισάρεια, η οποία κατελήφθη το 1067. Ακολούθησε η μάχη του Ματζικέρτ το 1071 όπου ο βυζαντινός στρατός ηττήθηκε ολοσχερώς. Ο Σελτζούκος Σουλτάνος Σουλεϊμάν Κουτλουμούς ανέλαβε τη διακυβέρνηση της ευρύτερης περιοχής σηματοδοτώντας την τουρκική κυριαρχία.

Μετά το θάνατό του οι μετέπειτα σουλτάνοι διαίρεσαν τα κατακτημένα εδάφη σε διοικητικές περιφέρειες, τα λεγόμενα «σουλτανάτα». Το 1116 η Καππαδοκία εντάχθηκε στο «σουλτανάτο του Ικονίου». Πεπαιδευμένοι Έλληνες μπήκαν στην υπηρεσία του εκάστοτε σουλτάνου του Ικονίου εξασφαλίζοντας τα προς το ζην.

Μετά τους Σελτζούκους σειρά είχαν οι Καραμανίδες. Πολλά εδάφη της Καππαδοκίας και της Λυκαονίας περιελήφθησαν στο κράτος τους, τη λεγόμενη Καραμανία.

Το 1453 η πρωτεύουσα του Βυζαντινού κράτους Κωνσταντινούπολη καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς Τούρκους και επέρχεται το τέλος για το Βυζάντιο. Οι Οθωμανοί υποδούλωσαν τους κατοίκους της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι οποίοι παρότι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες προσπάθησαν να διατηρήσουν ζωντανά τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα. Για να διατηρήσουν την εξουσία τους οι Οθωμανοί μεταχειρίστηκαν διάφορες μεθόδους: βασανιστήρια, ταπεινώσεις, παιδομάζωμα, εξισλαμισμό, μετακινήσεις πληθυσμών κ.ά. Συγκεκριμένα προωθούσαν κατοίκους από τη μικρασιατική ενδοχώρα προς τις μεγάλες πόλεις που είχαν ερημώσει (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, κ.ά.) προκειμένου να αποκτήσουν πάλι ζωή και να επωφεληθούν κι οι ίδιοι από τις εμπορικές συναλλαγές· πράγμα που έγινε.

Οι Καππαδόκες απόδημοι εργάστηκαν σκληρά για να καταφέρουν να επιβιώσουν με τις οικογένειές τους μεταφέροντας στις καινούργιες τους πατρίδες τις συνήθειες του τόπου τους. Διακρίθηκαν στο εμπόριο και σε κάθε είδους εργασία, κατάφεραν να μορφωθούν και να δημιουργούν πολιτιστικούς συλλόγους.

Νεότερα χρόνια

Στα νεότερα χρόνια οι υπόδουλοι Καππαδόκες κατέβαλαν προσπάθειες να διατηρηθεί η ελληνική γλώσσα, η χριστιανική θρησκεία, η παραδόσεις τους. Όσοι μπορούσαν μορφώνονταν, ασχολούνταν με το εμπόριο και αγωνίζονταν υπέρ της απελευθέρωσης του Ελληνικού έθνους από τον τουρκικό ζυγό. Στην επανάσταση του 1821 πολλοί Καππαδόκες ήρωες διέπρεψαν.

Σταδιακά οι Οθωμανοί σουλτάνοι έχαναν την αίγλη τους και αντικαταστάθηκαν από τους λεγόμενους Νεότουρκους, μορφωμένους αξιωματούχους που επιζητούσαν μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς και προπαγάνδιζαν τις φιλελεύθερες ιδέες τους. Αρχηγός της εθνικιστικής μερίδας των Νεοτούρκων υπήρξε ο Αχμέτ Ριζά και της φιλελεύθερης ο πρίγκηπας Σαμπαχεντίν. Ο Κεμάλ Αττατούρκ ήταν αρχικά χαμηλόβαθο σχετικά στέλεχος. Μετά το 1919 ηγείται του δικού του εθνικού κινήματος του κεμαλικού. Στην ουσία, όπως αποδείχτηκε και από το σύνταγμά τους του 1908, οι Νεότουρκοι δεν ήταν παρά μια γενιά φανατισμένων Τούρκων που είχαν ως σκοπό να ενισχύσουν την επικυριαρχία τους στις υπόδουλες περιοχές του Ελληνισμού.  Ενώ στο κυρίαρχο σύνθημα της Επανάστασης των Νεοτούρκων (Θεσσαλονίκη 1908) υπήρχαν οι λέξεις “Δικιοσύνη, Ελευθερία, Ισότητα” (Adalet, Hurriyet, Musavat), το αληθινό πρόσωπο του κινήματος ήταν πολύ διαφορετικό. Οι ελευθερίες που υποσχέθηκαν οι Νεότουρκοι, δεν ήταν παρά το δόλωμα για να φανερωθούν πληθυσμοί της Μικρασίας που έκρυβαν το θρήσκευμά τους ή την εθνική τους ταυτότητα ή και τα δυο. Στη συνέχεια, στους Νεότουρκους οφείλεται η εξόντωση αυτών των πληθυσμών, η οποία έγινε με διαφόρους τρόπους: βαριά φορολογία, τάγματα εργασίας, βίαιες εκτοπίσεις πληθυσμών, κλείσιμο ελληνικών σχολείων κ. ά.

Οι Μικρασιάτες υπέμεναν τις κακουχίες αναμένοντας βοήθεια από την Ελλάδα. Το 1920 ο ελληνικός στρατός απέβη στη Μικρασία και μέσα σε κλίμα αισιοδοξίας ξεκίνησε την πορεία του-νικηφόρα στην αρχή-μέχρι τα άδυτα της Ανατολής. Η έλλειψη εφοδίων και οι ασθένειες αποδυνάμωσαν το ελληνικό στράτευμα αφήνοντας το μετέωρο στις άγριες επιθέσεις του Κεμάλ. Αποτέλεσμα η ήττα των Ελλήνων και η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.

Οι συνέπειες σκληρές κυρίως για τα παράλια της Μικρασίας καθώς στην Καππαδοκία. που βρισκόταν στην ενδοχώρα, Καππαδόκες και Τούρκοι διαβιούσαν ειρηνικά και με τα χρόνια ανέπτυξαν φιλικούς δεσμούς. Την ομαλή συμβίωση ήρθε να ταράξει η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών: οι Έλληνες να μεταβούν στην Ελλάδα και οι Τούρκοι στην Τουρκία. Πολλές χιλιάδες κάτοικοι κι από τις δύο πλευρές ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, τις γειτονιές τους, τις ζωές τους, και αναγκάστηκα να μεταφερθούν σε άλλους τόπους ως πρόσφυγες. Οι Μικρασιάτες αντιμετώπισαν αρκετές δυσκολίες μέχρι να εγκλιματιστούν και να ενσωματωθούν στον ελλαδικό χώρο. Με τη γλυκύτητα, τη θέρμη, την υπομονή, την εργατικότητα, τη βαθιά πίστη, τη φιλοξενία, τη νοικοκυροσύνη τους και τις πλείστες άλλες αρετές κατάφεραν να προοδεύσουν και να προωθήσουν την οικονομική, βιομηχανική, πνευματική, πολιτιστική ανάπτυξη του ελληνικού κράτους. Οι Καππαδόκες πρόσφυγες υπήρξαν ιδιαιτέρως δραστήριοι. Απόγονοι των Ακριτών και φιλομαθείς καθώς ήταν, συνέβαλαν τόσο στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου των Νεοελλήνων όσο και στον γενικότερο εκσυγχρονισμό του οικονομικού-τεχνολογικού συστήματος. Η προσφορά τους ανεκτίμητη, η ιστορία τους θρυλική και η νοσταλγία της μικρασιάτικης πατρίδας τους παντοτινή.

Αλεξία Κουκουλά, Φιλόλογος – Απόφοιτος ΕΚΠΑ

Βιβλιογραφία

1) Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα
Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος

2) Καππαδοκία Συμεών κ. Κοιμίσογλου
Εκδόσεις ILP productions

3) Η Ιστορία του Πόντου Περικλής Ροδάκης
Εκδόσεις Γόρδιος

4) Εγκυκλοπαίδεια σύγχρονη διδακτική –Μυθολογικό και Ομηρικό λεξικό
Εκδόσεις Αγγελάκη- Γεωργιάδη- Ντούζγου

Advertisements