Αρχαίοι Έλληνες: Προϊστορία – Ομηρικά χρόνια

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Ελληνική προϊστορία

Η ελληνική μυθολογία μεταδιδόμενη, αρχικά, προφορικά από γενιά σε γενιά, πριν ακόμη από την εφεύρεση της γραφής, αντανακλούσε πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις και διαμόρφωσε την πνευματικότητα και την ηθική των ελληνικών φύλων. Νεώτερες έρευνες και ανασκαφές αποδεικνύουν ότι μύθοι, όπως οι άθλοι του Ηρακλή και του Θησέα, η Αργοναυτική εκστρατεία, ο Τρωικός πόλεμος και οι περιπέτειες του Οδυσσέα, έχουν μεγάλη σχέση με πραγματικά γεγονότα Τόσο από την μυθολογία όσο και από τις νεώτερες ανασκαφές καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες είναι αυτόχθονες και οι πρώτοι κάτοικοι της Ευρώπης. Κατά τη διάρκεια της νεολιθικής εποχής 7000 – 3000 π. Χ. έχουν εντοπισθεί μόνιμοι οικισμοί που οι κάτοικοί τους ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Στην εποχή του χαλκού, αρχές της 3ης χιλιετίας – 1100 π. Χ., η πολιτιστική εξέλιξη στον ελλαδικό χώρο δεν είναι ενιαία.

Ένας από τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκε αυτή την περίοδο ήταν του βορειοανατολικού Αιγαίου. Το κέντρο του ήταν τα νησιά Λήμνος, Λέσβος, Θάσος, Σαμοθράκη αλλά υπήρχαν και οικισμοί στη Θράκη και στην ανατολική Μακεδονία. Ο πολιτισμός αυτός έχει ομοιότητες με τον τρωικό πολιτισμό της βορειοδυτικής Μικρής Ασίας. Το πλεόνασμα της παραγωγής από τη γεωργία και την κτηνοτροφία έθεσε τις βάσεις για ανταλλακτικό εμπόριο. Η Λήμνος ήταν σημαντικός σταθμός μεταφοράς χαλκού, κασσίτερου και αργύρου από και προς την Ασία. Στην Πολιόχνη της Λήμνου έχουν βρεθεί στοιχεία, πολεοδομικός σχεδιασμός, αμυντικό τείχος, αποχετευτικό δίκτυο, χώροι κοινοτικής συγκρότησης, που χαρακτηρίζουν μια οργανωμένη πόλη. Η Πολιόχνη με τα μέχρι τώρα δεδομένα θεωρείται η αρχαιότερη ευρωπαϊκή πόλη.

Ένας άλλος από τους πολιτισμούς αυτής της περιόδου είναι ο κυκλαδίτικος. Αναπτύχθηκε στα νησιά των Κυκλάδων την 3η χιλιετία π. Χ. Οι μικρές αποστάσεις μεταξύ των νησιών και η γεωγραφική τους θέση στο κέντρο του Αιγαίου διευκόλυναν την επικοινωνία και τις επαφές ανάμεσα στις ακτές του Αιγαίου. Η οικονομία τους στηριζόταν εν μέρει στη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και κυρίως στη βιοτεχνία και το εμπόριο. Τα πλούσια κοιτάσματα ορυκτών επέτρεψαν στους Κυκλαδίτες να ασχοληθούν με τη μεταλλοτεχνία, την κατασκευή μαρμάρινων αγγείων και εργαλείων από οψιανό. Ναυπήγησαν πλοία που μπορούσαν να ταξιδεύουν στην ανοιχτή θάλασσα. Είχαν ισχυρό διαμετακομιστικό εμπόριο μιας και όχι μόνο αντάλλασσαν βιοτεχνικά προϊόντα αλλά μετέφεραν και αγαθά άλλων περιοχών. Φαίνεται ότι ασκούσαν την πειρατεία για βιοποριστικούς λόγους. Τα μαρμάρινα και κεραμικά σκεύη, τα μαρμάρινα ειδώλια, η αρχιτεκτονική και η μεταλλοτεχνία δείχνουν εξελιγμένη κοινωνική οργάνωση και ποιότητα στην καθημερινή ζωή. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας π. Χ. η πρωτοτυπία του κυκλαδίτικου πολιτισμού περιορίζεται από την εισαγωγή πολιτιστικών στοιχείων από την ηπειρωτική Ελλάδα και κυρίως από την Κρήτη. Ο ηγετικός ρόλος των Κυκλάδων στο Αιγαίο περιορίζεται από την ανερχόμενη μινωική δύναμη. Φαίνεται ότι οι Κυκλαδίτες διατήρησαν την ανεξαρτησία τους με αντάλλαγμα τις ναυτικές τους γνώσεις. Στη συνέχεια σταδιακά η κατάσταση στο Αιγαίο αλλάζει, πιθανόν να συνέβαλε σε αυτό και η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας το 1500 π. Χ., με συνέπεια προοδευτικά να επικρατήσουν πλήρως οι Μυκηναίοι 10 14ο αι. π. Χ.

Ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε την εποχή του χαλκού στην Κρήτη ονομάζεται μινωικός από το όνομα του μυθικού βασιλιά Μίνωα. Η Κρήτη είχε αναπτύξει πολιτισμό τουλάχιστον από τους νεολιθικούς χρόνους. Οι παράγοντες που συνετέλεσαν σε αυτό ήταν η μορφολογία του εδάφους, με τις μικρές εύφορες πεδιάδες ανάμεσα σε μεγάλους ορεινούς όγκους, το ζεστό κλίμα και η γεωγραφική θέση στο κέντρο περίπου της ανατολικής Μεσογείου μεταξύ τριών ηπείρων. Την πρώιμη εποχή του χαλκού οι οικισμοί παρουσιάζουν στοιχεία αγροτικής οργάνωσης και ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων με νησιά του Αιγαίου, τις ακτές της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου. Οι κοινωνικές ομάδες διακρίνονταν από τον καταμερισμό εργασίας. Υπήρχαν έμπειροι τεχνίτες που δημιουργούσαν προϊόντα κεραμικής, λιθοτεχνίας, πλεκτικής, υφαντικής και μεταλλοτεχνίας. Το 1900 π. Χ. περίπου στην Κνωσό, στη Φαιστό, στα Μάλια και στη Ζάκρο οικοδομήθηκαν ανάκτορα. Είχαν μεγάλους αποθηκευτικούς χώρους, γεγονός που υποδεικνύει ότι οι κάτοχοί τους ήταν μεγάλοι γαιοκτήμονες. Σημαντικό επίτευγμα αυτής της περιόδου ήταν η επίτευξη γραφής. Χρησιμοποιούσαν μια ιερογλυφική γραφή που φαίνεται ότι σταδιακά εξελίχτηκε σε γραφή με γραμμικά σύμβολα γνωστή ως γραμμική Α΄. Η Κρήτη σταδιακά κυριάρχησε στο Αιγαίο. Μάλιστα η απουσία οχυρώσεων στα ανακτορικά κέντρα δημιούργησε τη θεωρία της ειρηνικής επικράτησης. Τα ανάκτορα καταστράφηκαν το 1700 π. Χ. και οικοδομήθηκαν νέα, μεγαλύτερα και πολυτελέστερα, στη θέση των παλιών. Την περίοδο αυτή η μινωική κοινωνία οργανώθηκε γύρω από τα ανάκτορα. Ο κύριος των ανακτόρων ήταν ο ηγεμόνας, από τον οποίο πήγαζε κάθε εξουσία.

Ωστόσο δεν ήταν ο απολυταρχικός ηγεμόνας όπως σε άλλες χώρες της Εγγύς Ανατολής. Πλαισιονόταν από αριστοκρατία αξιωματούχων και πλήθος κατοίκων, γεωργών και τεχνητών, που είχαν οικονομική εξάρτηση από το ανάκτορο. Παράλληλα με την ανακτορική οργάνωση υπήρχε και μία αστική. Δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι και βιοτέχνες ήταν αρκετά εύποροι και έμεναν σε μικρότερα κτίσματα, οργανωμένα ακόμα και σε πόλεις, σύγχρονα με τα ανάκτορα αλλά έξω από αυτά. Η θέση των γυναικών σε αυτή την κοινωνία, φαίνεται ότι ήταν εφάμιλλη αυτής των ανδρών. Είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη θρησκεία και κυνηγούσαν μαζί με τους άντρες. Συμμετείχαν στα ταυροκαθάψια, θρησκευτικές τελετές πρόδρομοι των σημερινών ταυρομαχιών, όπου ωστόσο δεν σκότωναν τους ταύρους. Καλλωπίζονταν, περιποιούνταν το σώμα τους και φορούσαν περίτεχνα και τολμηρά, ακόμα και για τη σημερινή εποχή, ενδύματα. Αποδεικνύεται ότι αυτή την περίοδο οι Κρήτες είχαν συνεχείς επαφές με την Κύπρο, τη Συρία και την Αίγυπτο, ενώ επεκτάθηκαν στο Αιγαίο. Η ακμή τους διακόπηκε από τη δεύτερη καταστροφή των ανακτόρων, γύρω στο 1500 π. Χ. πιθανότατα από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας. Από τα ανακτορικά κέντρα μόνο η Κνωσσός γλίτωσε από την καταστροφή και διατήρησε τον πολιτισμό της για έναν αιώνα ακόμα αιώνα. Στη συνέχεια η Κρήτη περνάει σε Μυκηναϊκή κυριαρχία μέχρι το 1100 π. Χ. περίπου. Κύρια θεότητα των Κρητών ήταν μια γυναικεία θεότητα που ταυτίζεται με τη θεά της γονιμότητας. Ιερό ζώο ήταν ο ταύρος και ιερά σύμβολα τα κέρατα του ταύρου και ο διπλός πέλεκυς. Δεν οικοδομούσαν ναούς και οι τόποι λατρείας των θεών ήταν στις κορυφές των βουνών ή σε ειδικούς χώρους στα ανάκτορα. Τα ανάκτορα επιβάλλονταν με την πολυμορφία κι όχι με τον όγκο τους. Ο πυρήνας τους ήταν μια μεγάλη αυλή, γύρω από την οποία υπήρχε ένα πολύπλοκο σύστημα δωματίων, διαδρόμων και ανισόπεδων επιφανειών. Οι βεράντες, οι αποθηκευτικοί χώροι και οι φωταγωγοί κάλυπταν τόσο αισθητικές όσο και πρακτικές ανάγκες. Οι τοιχογραφίες που στόλιζαν τα ανάκτορα ήταν εμπνευσμένες από τη φύση και τις ανακτορικές τελετές. Η μινωική τέχνη χαρακτηριζόταν από φαντασία, λεπτότητα, αγάπη για τη φύση, προσαρμογή στα ανθρώπινα μέτρα και αποστροφή προς το μνημειώδες. Τα έργα της μικροτεχνίας είχαν παραστάσεις ανάλογες με αυτές των τοιχογραφιών. Οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν να αποδώσουν τη μορφή των ανθρώπων και των ζώων και να απεικονήσουν σκηνές της καθημερινής ζωής ή των τελετών. Οι σκηνές αυτές μαζί με την ποικοιλία των χρωματισμών μας δίνουν την αίσθηση μιας ειρηνικής και ευχάριστης ζωής. Η μινωική τέχνη είχε σκοπό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των ανακτόρων, όχι όμως αποκλειστικά όπως έγινε με τις αυτοκρατορίες της ανατολής.

Στην ηπειρωτική Ελλάδα την εποχή του χαλκού διαμορφώθηκε ο ελλαδικός πολιτισμός. Η αρχή της περιόδου αυτής χαρακτηρίζεται από μετακινήσεις πληθυσμών. Οι νέοι οικισμοί ιδρύθηκαν κοντά στη θάλασσα ή πάνω σε χαμηλούς λόφους. Οι νεωτερισμοί που διαπιστώθηκαν ήταν εξειδίκευση στην εργασία, ανάπτυξη τεχνολογίας, διεύρυνση των ανταλλαγών και κεντρική οργάνωση. Διαπιστώθηκε επίσης επικοινωνία με τους οικισμούς του αιγιακού χώρου. Από την περίοδο αυτή διατηρήθηκαν γλωσσικά κατάλοιπα που στη συνέχεια συναντάμε στην ελληνική γλώσσα. Τη μέση εποχή του χαλκού, τους πρώτους αιώνες της 2ης χιλιετίας π. Χ. η πολιτιστική συνέχεια διακόπτεται απότομα και δεν παρατηρείται καμία ουσιαστική εξέλιξη στον τρόπο οργάνωσης. Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στις μετακινήσεις και τον επαναπατρισμό ελληνικών φύλλων ή σε εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα στους αυτόχθονες πληθυσμούς. Στους οικισμούς παρατηρείται έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού και η παραγωγή αγροτικών προϊόντων ίσα που καλύπτει τις ανάγκες επιβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε πλεόνασμα και κατά συνέπεια ανταλλακτικό εμπόριο. Στην ύστερη φάση αυτής της περιόδου διαπιστώθηκαν επαφές με την Κρήτη.

Μυκηναϊκός πολιτισμός

Στην ύστερη εποχή του χαλκού, 1600 – 1100 π. Χ. διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε ο πρώτος μεγάλος ελληνικός πολιτισμός. Ονομάστηκε μυκηναϊκός επειδή η σπουδαιότερη πόλη ήταν οι Μυκήνες. Ο πολιτισμός αυτός δημιουργήθηκε από ελληνικά φύλα, αφού δέχτηκαν τις επιδράσεις των αιγιακών πολιτισμών και ιδιαίτερα του Μινωικού. Την περίοδο της μεγάλης ακμής ξεπέρασαν τα όρια του Αιγαίου και εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο και στις ανατολικές ακτές της Μεσογείου. Αργότερα επεκτάθηκαν και στη δυτική Μεσόγειο. Οι σπουδαιότερες πόλεις ήταν οι Μυκήνες, το Άργος και η Τίρυνθα στην Αργολίδα, η Πύλος στη Μεσσηνία, οι Αμύκλες στη Λακωνία, ο Ορχομενός, η Θήβα και ο Γλας στη Βοιωτία, η Αθήνα, η Ελευσίνα και ο Μαραθώνας στην Αττική και η Ιωλκός στη Θεσσαλία. Η ίδρυσή τους συνήθως συνδυαζόταν με την κατασκευή ανακτόρου και ισχυρής οχύρωσης, ενώ οι επιλεγμένες θέσεις τους διευκόλυναν την εποπτεία μεγάλης περιοχής. Οι πηγές από τις οποίες μαθαίνουμε για τον μυκηναϊκό πολιτισμό είναι τα ομηρικά έπη, η αρχαιολογική έρευνα και κυρίως η αποκρυπτογράφιση της γραμμικής γραφής Β΄. Με την αποκρυπτογράφιση αυτής της συλλαβικής γραφής αποδεικνύεται η ελληνικότητα του πολιτισμού και η συνοχή της ελληνικής γλώσσας. Έχουν διαβαστεί πινακίδες που περιέχουν κυρίως λογιστικές πληροφορίες καθώς και ονόματα ανθρώπων και θεών που συναντάμε στα ομηρικά έπη. Δεν έχει βρεθεί ωστόσο συνεχές κείμενο. Ο κύριος λόγος ανάπτυξης του πολιτισμού ήταν οι οικονομικές σχέσεις που βασίζονταν στο εμπόριο. Η εμπορική ανάπτυξη, ειδικά από το 1500 π. Χ. και μετά, είχε αποτέλεσμα την έξοδο των Μυκηναίων στο Αιγαίο καθώς και η οικοδόμηση μεγάρων. Τα μέγαρα ήταν τα επίκεντρα οικονομικής δραστηριότητας, οχυρωμένα σε ακροπόλεις. Η πλειονότητα των υπηκόων ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Μεγάλη ομάδα αποτελούσαν οι ειδικευμένοι τεχνίτες και οι ναυτικοί με τους εμπόρους. Ιδιαίτερη θέση στην κοινωνική ιεραρχία είχαν οι ιερείς και ο στρατός, που αποτελούνταν από επαγγελματίες στρατιώτες. Ο ηγεμόνας κάθε ανακτόρου είχε πολιτική, στρατιωτική, δικαστική και θρησκευτική εξουσία και διαχειριζόταν τον πλούτο της περιοχής.που εξουσίαζε. Υποτελείς στον άνακτα ήταν οι τοπιμοί άρχοντες και περιφερειακοί δοιικητές. Ακολουθούσε η τάξη των ευγενών. Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας υπήρχαν οι δούλοι που ήταν υπηρέτες στον ηγεμόνα,, τους αξιωματούχους, τους ιερείς και τους απλούς πολίτες. Από τις αρχές του 12 αι. π. Χ. οι ζωτικές εμπορικές επαφές με τις χώρες της ανατολής περιορίστηκαν και τελικά τερματίστηκαν. Οι συνεχείς επιδρομές που δέχονταν το χεττιτικό κράτος, η Κύπρος, οι ανατολικές ακτές της Μεσογείου και η Αίγυπτος είχαν σαν αποτέλεσμα την οικονομική τους αποδυνάμωση. Ωστόσο έχει αποδειχθεί ότι στις επιδρομές αυτές συμμετείχαν και Αχαιοί, ενώ είναι πιθανόν να τις προκάλεσαν κιόλας. Τα λάφυρα όμως, τόσο των επιδρομών αυτών, όσο και του θρυλικού Τρωϊκού πολέμου, δε στάθηκαν ικανά να αναβάλουν τη σταθερή διάλυση του Μυκηναϊκού κόσμου. Η πολιτιστική συνοχή των Μυκηναίων επιβεβαιώνεται κυρίως από την κοινή γλώσσα, τις κοινές θρησκευτικές δοξασίες και την ομοιομορφία στην ενδυμασία, στον καλλωπισμό, τον πολεμικό εξοπλισμό και τα έργα τέχνης. Οι τεχνίτες και οι καλλιτέχνες, σε αντίθεση με τους Μινωίτες, εξαρτιόνταν στην πλειονότητά τους από τα ανάκτορα και εξυπηρετούσαν ιδεολογικά και αισθητικά τις ανακτορικές ανάγκες. Τα ανάκτορα ήταν απλά στη δομή τους, με πυρήνα το μέγαρο, ένα ορθογώνιο οικοδόμημα χωρισμένο σε τρία μέρη: Έναν ανοιχτό χώρο που επικοινωνούσε με μια μεγάλη αυλή, ένα προθάλαμο και το κυρίως μέγαρο, όπου βρίσκονταν ο θρόνος. Αριστερά και δεξιά από την αυλή και το μέγαρο απλώνονταν πολλά διαμερίσματα. Σημαντικό επίτευγμα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής είναι οι θολωτοί τάφοι. Διαμορφώνονταν από ένα θάλαμο εξολοκλήρου κτιστό σε σχήμα κυψέλης. Χαρακτηριστικό δείγμα είναι “ο θησαυρός του Ατρέως” στις Μυκήνες. Οι τοιχοφραφίες που κοσμούσαν τα ανάκτορα και οι αγγειογραφικές παραστάσεις υποδηλώνουν εργασία έμπειρων καλλιτεχνών. Η αρχική μινωϊκή επιρροή περιορίστηκε, καθώς η απεικόνηση σκηνών από τη φύση αντικαταστάθηκε κυρίως από πολεμικές σκηνές και σκηνές κυνηγιού.. Το 12 αι. π. Χ. τα φυσικά και ζωικά θέματα σχηματοποιήθηκαν, έχασαν την υπόστασή τους και έγιναν απλά διακοσμητικά σχέδια.

Ομηρική εποχή (1100 – 750 π. Χ.)

Η παρακμή των μυκηναϊκών κέντρων οδήγησε σε μια μεταβατική περίοδο, διάρκειας 3 αιώνων, με κύριο χαρακτηριστικό τις μετακινήσεις ελληνικών φύλλων. Η περίοδος αυτή διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για ανασυγκρότηση και οργανωτική δημιουργία που έθεσε τα θεμέλια του ελληνικού πολιτισμού. Κύρια πηγή πληροφόρησης γι’ αυτή την περίοδο είναι τα ομηρικά έπη και αυτός είναι ο λόγος που ονομάζεται ομηρική εποχή. Η πρώτη μετακίνηση έγινε από τους Θεσσαλούς, οι οποίοι από τη Θεσπρωτία εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία, αναγκάζοντας τους Βοιωτούς να μετακινηθούν νότια στην περιοχή γύρω από τη Θήβα. Το μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα ήταν αυτό της καθόδου ή επανόδου των Δωριέων. Πιθανότατα από την Πίνδο, τη Φθιώτιδα και της περιοχής νότια του Ολύμπου και της Όσσας, μετακινήθηκαν αρχικά στην περιοχή της Δωρίδας. Στη συνέχεια συμμάχησαν με τους Αιτωλούς και επιβλήθηκαν των μυκηναϊκών πληθυσμών στην Αργολίδα, τη Μεσσηνία και τη Λακωνία. Η κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Δωριείς ερμηνεύτηκε με το μύθο της επανόδου των Ηρακλειδών, δηλαδή τον επαναπατρισμό στην Πελοπόννησο των απογόνων του Ηρακλή. Η επικρατέστερη επιστημονική άποψη στην εποχή μας υποστηρίζει ότι οι Δωριείς ήταν ξυλοκόποι και κτηνοτρόφοι και κατοικούσαν σε ορεινές περιοχές. Πιθανότατα με τη βοήθεια και την προτροπή αντιφρονούντων Μυκηναίων ή πληθυσμών που εκδιώχθηκαν από τους Μυκηναίους εκμεταλεύτηκαν τη μυκηναϊκή παρακμή για να κατέβουν στα πεδινά και να τα καταλάβουν. Η επικράτηση των Δωριέων προκάλεσε αλυσιδωτές μετακινήσεις ελληνικών πληθυσμών που είναι γνωστές ως πρώτος ελληνικός αποικισμός. Οι Αιολείς μετακινήθηκαν από τη Θεσσαλία προς το βορειοανατολικό Αιγαίο και εγκαταστάθηκαν στα νησιά Τένεδο και Λέσβο και στα απέναντι παράλια της Μ. Ασίας την Αιολία. Οι Ίωνες (μαζί με Δρύοπες, Μολοσσούς, Αρκάδες, Φωκείς και Μάγνητες) από τη βορειοανατολική Πελοπόννησο με γέφυρα τις Κυκλάδες, μετακινήθηκαν προς τη Σάμο, τη Χίο και τις απέναντι ακτές της Μ. Ασίας, την Ιωνία. Ίδρυσαν 12 νέες πόλεις που στη συνέχεια συγκρότησαν θρησκευτική ένωση, το Πανιώνιο, με κέντρο το ιερό του Ποσειδώνα, στο ακρωτήριο της Μυκάλης. Ακολούθησε η μετανάστευση των Δωριέων, πιθανότατα επειδή ήταν οι πρώτοι Δωριείς που γνώρισαν τη θάλασσα. Από τη Λακωνία και την Αργολίδα μετακινήθηκαν στη Μήλο, τη Θήρα και την Κρήτη και στη συνέχεια στη Ρόδο, την Κω και στις νοτιοδυτικές ακτές της Μ. Ασίας. Οι έξι πιο σημαντικές πόλεις συγκρότησαν τη δωρική εξάπολη, θρησκευτική ένωση με κέντρο το ιερό του Απόλλωνα, στο Τριόπιο ακρωτήριο της Κνίδου. Όλα τα ελληνικά φύλα εγκαταστάθηκαν μόνιμα στους νέους τόπους και προοδευτικά εγκαταστάθηκαν στην ενδοχώρα. Σε κάποιες περιπτώσεις αναμείχθηκαν μεταξύ τους αλλά και με τους γηγενείς πληθυσμούς.

Κύρια πηγή οικονομικής ανάπτυξης ήταν η αγροτική παραγωγή. Ήταν οργανωμένη σε μια μορφή κλειστής αγροτικής οικονομίας, τους οίκους. Τον οίκο αποτελούσαν τα μέλη κάθε οικογένειας μαζί με τα άτομα που εξαρτιόνταν οικονομικά από την οικογένεια. Τα μέλη του οίκου επιτελούσαν τις παραγωγικές εργασίες και κατανάλωναν τα παραγώμενα αγαθά. Η απουσία εργασιακής ειδίκευσης είχε σαν συνέπεια την ανυπαρξία βιοτεχνικής ανάπτυξης. Οι ελλείψεις αγαθών αντιμετωπίζονταν με ανταλλακτικό εμπόριο μεταξύ των οίκων, με ανταλλαγή δώρων, με τον πόλεμο και την πειρατεία. Το μέτρο ανταλλαγής αγαθών δεν ήταν κάποιο νόμισμα αλλά η αξία αγαθών όπως το βόδι, τα δέρματα ζώων και τα μέταλλα. Κάποιες φορές το μέτρο ανταλλαγής αγαθών ήταν οι δούλοι. Το εξωτερικό εμπόριο, κυρίως για την προμήθεια μετάλλων και δούλων, διεξάγονταν από τους Φοίνικες. Ο οίκος λειτουργούσε ως μονάδα κοινωνικής συγκρότησης. Τα μέλη που συνδέονταν μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς, γίνονταν κάτοχοι της γης και αποκτούσαν οικονομική ισχύ. Ονομάζονταν άριστοι ή ευγενείς. Τα μέλη του οίκου που δεν είχαν άμεσους συγγενικούς δεσμούς με τους ευγενείς, αποτελούσαν μια πολυάριθμη κοινωνική ομάδα, το πλήθος. Ανεξάρτητοι από τον οίκο αλλά οικονομικά εξαρτόμενοι από τους οίκους μιας ευρύτερης περιοχής, ήταν οι δημιουργοί. Η εργασία τους προϋπόθετε κάποια ειδίκευση, όπως ξυλουργός, αγγειοπλάστης, χαλκουργός κ. ά. Οι δούλοι αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία του οίκου και είχαν αποκτηθεί κυρίως με τον πόλεμο ή την πειρατεία. Οι κοινωνίες της εποχής αποτελούσαν φυλετικά κράτη γιατί ήταν οργανωμένες με βάση τους συγγενικούς δεσμούς. Η ανάγκη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων οδήγησε σταδιακά τις φυλετικές κοινωνίες στην πολιτική τους οργάνωση. Οι φυλετικοί αρχηγοί εξελίχθηκαν σε κληρονομικούς βασιλείς, όταν τα φύλα απόκτησαν μόνιμες εγκαταστάσεις. Ο βασιλιάς ήταν αρχηγός του στρατού σε περίοδο πολέμου και είχε θρησκευτική και δικαστική εξουσία σε περίοδο ειρήνης. Δίπλα στο βασιλιά υπήρχε ένα συμβούλιο ευγενών που αποτελούνταν από τους αρχηγούς των ισχυρών γενών και σταδιακά περιόρισε τη βασιλική εξουσία. Όταν ο βασιλιάς έπρεπε να πάρει κάποια σημαντική απόφαση, συγκαλούσε σε σύνοδο το πλήθος, κυρίως πολεμιστές, για να πάρει τη γνώμη τους. Η παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού είχε σαν συνέπεια να εγκαταληφθεί και να λησμονηθεί η γραμμική γραφή Β΄, επειδή ήταν δύσκολη και τη γνώριζαν λίγοι. Στα τέλη του 9ου π. Χ, αι. ή στις αρχές του 8ου το αλφάβητο επανεμφανίζεται. Αυτή την περίοδο οι Έλληνες αφομοίωσαν το φοινικικό αλφάβητο, που δεν ήταν συλλαβικό αλλά βασιζόταν σε φθόγγους, προσάρμοσαν τους φθόγγους στις φωνητικές αξίες της ελληνικής γλώσσας και πρόσθεσαν τα φωνήεντα που απουσίαζαν από το φοινικικό αλφάβητο. Δημιούργησαν έτσι το πρώτο πραγματικό αλφάβητο, το ελληνικό αλφάβητο. Την ομηρική εποχή επίσης δημιουργήθηκαν τα πρώτα ιερά και παγιώθηκαν οι θρησκευτικές αντιλήψεις, το ολυμπιακό δωδεκάθεο. Την ίδια εποχή διαμορφώνεται η πρώτη μορφή ελληνικής ποίησης, η επική ποίηση. Τα ηρωικά τραγούδια της μυκηναϊκής εποχής μεταδίδονταν προφορικά από γενειά σε γενειά, μέχρι τη συγκρότησής τους σε δύο βασικά θέματα, τα ομηρικά έπη Ιλιάδα και Οδύσσεια. Δημιουργός τους θεωρείται ο Όμηρος. Η σύνθεση της Ιλιάδας έγινε στα μέσα του 8ου π. Χ. αι. και της Οδύσσειας στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου π. Χ. αι. Η τέχνη της ομηρικής εποχής ονομάστηκε γεωμετρική επειδή στη διακόσμηση αγγείων και έργων μικροτεχνίας κυριαρχούσαν τα γεωμετρικά σχέδια.

 

 

Αθανάσιος Πατρινός, εκπαιδευτικός – ιστορικός ερευνητής

Βιβλιογραφία

CHADWICk J., Ο Μυκηναϊκός κόσμος (μετ. Κ. Πετρόπουλος), Gutenberg, Αθήνα 1997.

ΜΥΛΩΝΑΣ Γ., Πολύχρυσοι Μυκήναι, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1983.

TREUIL R., DARCQUE P., POURSAT J.-CL.,TOUCHAIS G., Οι πολιτισμοί του Αιγαίου (μετ. Όλγα Πολυχρονοπούλου, Άννα Φίλιππα-Touchais), Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996.

BURY J., MEIGGS R., Η ιστορία της Ελλάδας μέχρι το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (μετ. επιστ. ομάδας: Ρ. Τατάκη, Κ.Ν. Πετρόπουλος, Α. Παπαδημητρίου-Γραμμένου, Κ. Μπουραζέλης, Αγγ. Ματθαίου), Καρδαμίτσα, Αθήνα 1978.

ANDREWES, Α., Η αρχαία ελληνική κοινωνία (μετ. Ανδ. Παναγόπουλος), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983.

ANDREWES Α., Η τυρρανία στην αρχαία Ελλάδα (μετ. Μ. Κάσου), Καρδαμίτσα, Αθήνα 1982.

VIDAL-NAQUET P., Οικονομία και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα (μετ. Τάσος Κουκουλιός), Δαίδαλος, Αθήνα 1998.

BOARDMAN J., Αρχαία ελληνική τέχνη (μετ. Ανδ. Παππάς), Υποδομή, Αθήνα 1980.

BONNARD Α., Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός (μετ. Δ. Θοιβιδόπουλος), τ. 1 -3, Θεμέλιο, Αθήνα 1983-1985.

GLOTZ G., Η ελληνική «πόλις» (μετ. Αγνή Σακελλαρίου), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1978.

Advertisements