Η Ελληνική παραδοσιακή ενδυμασία στην περιοχή του Ικονίου

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Το ένδυμα, παρά το γεγονός ότι αποτελεί ένα χρηστικό αντικείμενο που σκοπό έχει να εξυπηρετήσει μια βασική και καθημερινή ανάγκη του ανθρώπου, μπορεί να λειτουργήσει και ως πηγή πολύτιμων ιστορικών και πολιτιστικών πληροφοριών, κάτι που καθιστά τη μελέτη της ιστορίας του πολύ ενδιαφέρουσα. Ιδιαίτερα όσον αφορά στους περασμένους αιώνες, μέσα από την εξέταση των ενδυματολογικών συνηθειών κάθε λαού, κάθε περιοχής και κάθε φυλετικής ομάδας, οι πληροφορίες που μπορούν να αντληθούν είναι πιο σημαντικές, καθώς δεν έχει επέλθει ακόμα ο ενιαίος ενδυματολογικός τύπος που παρατηρείται αργότερα.

Η περιοχή του Ικονίου αποτελεί μια ιδιαίτερη ιστορική και πολιτιστική περίπτωση, καθώς, παρά το γεγονός ότι γεωγραφικά ανήκει στην ευρύτερη περιοχή της Λυκαονίας, πολιτιστικά και λαογραφικά επηρεάζεται από την περιοχή της Καππαδοκίας. Αυτός είναι και ο λόγος που εξετάζεται στην παρούσα φάση. Είναι, βέβαια, αυτονόητο ότι οι ενδυματολογικές συνήθειες των Ελλήνων κατοίκων της περιοχής αντικατοπτρίζουν την ιστορία της, καθώς οποία δέχτηκε μεν επιδράσεις από τους ξένους κατακτητές, κατάφερε όμως να διατηρήσει την ελληνικότητά της και αρκετά στοιχεία από το βυζαντινό της παρελθόν.

Άλλη μία γενική παρατήρηση που μπορεί να γίνει πριν προχωρήσουμε στην επιμέρους αναλυτικότερη περιγραφή και εξέταση, θα μπορούσε να είναι το γεγονός ότι οι γυναικείες φορεσιές διατήρησαν τον ξεχωριστό τους χαρακτήρα, ακόμα και από χωριό σε χωριό, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, μέχρι την Ανταλλαγή του 1924, κάτι που δε συνέβη με την περίπτωση του ανδρικού ενδυματολογικού τύπου, όπως θα δούμε παρακάτω.

Α. Η ανδρική ενδυμασία

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ανδρική ενδυμασία στην περιοχή του Ικονίου εμφανίζεται πιο ενιαία τυπολογικά. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι οι πληροφορίες που μας σώζονται είναι ελάχιστες και πολύ αποσπασματικές, καθώς οι Κονιαλήδες από πολύ νωρίς υιοθέτησαν τα ευρωπαϊκά ενδυματολογικά πρότυπα. Αυτό μπορεί, βέβαια, να εξηγηθεί εύκολα, λόγω της μακρόχρονης απουσίας τους στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ανατολής, τη Σμύρνη και κατά κύριο λόγο την Κωνσταντινούπολη, στα οποία επιδίδονταν σε εμπορικές δραστηριότητες.

Πριν από την επικράτηση των δυτικού τύπου ενδυμάτων, ο ανδρικός πληθυσμός της περιοχής φαίνεται ότι συνήθιζε να φορά φαρδιές βράκες μέχρι το γόνατο, οι οποίες έσφιγγαν στη μέση με ένα πολύ φαρδύ ζωνάρι. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ενδυμασίας τους ήταν ένα μαντίλι, συνήθως πολύχρωμο και ριγωτό, το οποίο έδενε γύρω από το κεφάλι και κρεμόταν αριστερά, καταλήγοντας σε κρόσσια. Τέλος, για να προστατευτούν από το κρύο του χειμώνα φορούσαν το καφτάνι, ένα είδος παλτού, το οποίο ήταν επενδυμένο με γούνα, την οποία άφηναν να φαίνεται στις παρυφές του ρούχου. Το καφτάνι, μάλιστα, φαίνεται ότι εξακολούθησαν κάποιοι να το φορούν, ακόμα και όταν επικράτησαν τα ευρωπαϊκά ρούχα.

Β. Η γυναικεία ενδυμασία

Σε αντίθεση με την περίπτωση των ανδρών, η γυναικεία ενδυμασία εμφανίζει μεγαλύτερη πολυμορφία, αφού από τη μία περιοχή στην άλλη παρατηρούνται μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφορές, οι οποίες όριζαν την ιδιαίτερη καταγωγή.

Για την ίδια την πόλη του Ικονίου τα σωζόμενα στοιχεία είναι δυστυχώς λιγότερα και αφορούν κυρίως την ενδυμασία του 19ου αι, η οποία μοιάζει αρκετά με διάφορες αστικού τύπου ενδυμασίες της Ανατολής. Εσωτερικά, λοιπόν, φορούσαν ένα άσπρο μεταξωτό πουκάμισο και μία φαρδιά μεταξωτή βράκα. Από πάνω έμπαινε το καβάδι, ένα είδος μακρυμάνικου ριγωτού πανωφοριού, το οποίο ήταν κατασκευασμένο από μετάξι και κούμπωνε σταυρωτά. Πάνω από το καβάδι έμπαινε άλλο ένα γιλέκο, με στενά μανίκια και όρθιο γιακά, ενώ η μέση έσφιγγε με ένα μεγάλο αραχνοϋφαντο σταμπωτό μαντίλι. Τέλος, στο κεφάλι τοποθετούνταν ένα κόκκινο φέσι με μαύρη μεταξωτή φούντα, το οποίο στολιζόταν γύρω γύρω από ένα λεπτό μαντίλι.

Στη συνέχεια, θα γίνει εκτενέστερη αναφορά στις γυναικείες ενδυμασίες της Σύλλης (άλλες γραφές: Σίλλη και Σύλη) και του χωριού Μπέρμπαντα της περιοχής Άκσεχιρ του Ικονίου, για τις οποίες σώζονται περισσότερες πληροφορίες.

1) Η γυναικεία ενδυμασία στη Σύλλη του Ικονίου

Η Σύλλη του Ικονίου ήταν μία πόλη, της οποίας οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με εμπορικές δραστηριότητες και ιδιαιτέρως με την ταπητουργία και την εμπορία των χαλιών. Πρόκειται για μια κοινωνία με υψηλό πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο, όπως φαίνεται από την ιδιαίτερη φροντίδα των κατοίκων για τα εκπαιδευτήρια της πόλης, αλλά και αυστηρή κοινωνική δομή και οργάνωση. Ο λόγος αυτός ήταν που επέβαλλε τον περιορισμό των γυναικών κατά κύριο λόγο στα σπίτια τους, αλλά και τη σοβαρότητα και σεμνότητα των ενδυμάτων τους, τα οποία διατηρούσαν παράλληλα και στοιχεία από το βυζαντινό παρελθόν της περιοχής.

Εκείνο που πρέπει να τονιστεί και είναι πολύ σημαντικό για την καλύτερη μελέτη της φορεσιάς της Σύλλης, η οποία διακρίνεται στην καθημερινή και τη νυφιάτικη, είναι οι ιδιαίτερες πρακτικές που υπήρχαν στην περιοχή σχετικά με το θεσμό της προίκας. Έτσι, λοιπόν, η νύφη έπαιρνε ως προίκα μόνο τα ρούχα της και τα κοσμήματά της. Για το λόγο αυτό τα κορίτσια από πολύ μικρή ηλικία ξεκινούσαν να ράβουν και να κεντούν το ρουχισμό τους και φρόντιζαν να έχουν στην κατοχή τους τουλάχιστον δύο ή τρεις καθημερινές φορεσιές και βέβαια την πολυτελέστατη και καταστόλιστη νυφιάτική τους, μέσα από τον πλούτο της οποίας αναδεικνυόταν η οικογένεια της κατόχου. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι στην ευρύτερη περιοχή του Ικονίου συνεχιζόταν σε μεγάλο βαθμό να εφαρμόζεται το βυζαντινό έθιμο το οποίο ήθελε τα παιδιά να αρραβωνιάζονται από την ηλικία των 5 ετών ή ακόμα και από την κούνια. Έτσι, τα κορίτσια, καθώς πλησίαζαν στην ηλικία του γάμου, φαίνεται ότι ξεκινούσαν την ετοιμασία της προίκας τους περίπου στην ηλικία των 14-15 ετών, ίσως και λίγο μικρότερες.

α) Η καθημερινή ενδυμασία

Βασικό κομμάτι της συλλιώτικης γυναικείας φορεσιάς ήταν το πολύπτυχο σαλβάρι, είδος μακριάς βράκας, ως τον αστράγαλο, πολύπτυχη και φαρδιά, η οποία φαίνεται ότι συνηθιζόταν στην περιοχή ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους και έδενε στη μέση με μια βρακοζώνα. Είναι χαρακτηριστική η αντίληψη ότι όσο πιο φουσκωτό ήταν το σαλβάρι, τόσο πιο ωραίο ήταν. Από πάνω έμπαινε ένα μακρύ πουκάμισο με φαρδιά μανίκια, το γουβράου, το οποίο ήταν κατασκευασμένο από χοντρό ύφασμα και για τις λίγο πιο καλές περιστάσεις από λεπτότερο ύφασμα με δαντέλα στο άνοιγμα του λαιμού. Οι πιο αδύνατες γυναίκες μέσα από το πουκάμισο φορούσαν τη φιστανέλα, ένα είδος φουστανιού με επένδυση από βαμβάκι, το οποίο τις έκανε να φαίνονται πιο εύσωμες, όπως πρόσταζαν τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής.

Πάνω από το πουκάμισο τοποθετούνταν η σάρκα ή ζιπούνι, ένα είδος στενού γιλέκου, βελούδινου και χρυσοκέντητου, με μακριά μανίκια και άνοιγμα μπροστά, προκειμένου να φαίνεται η δαντέλα του πουκαμίσου. Τη μέση έσφιγγε το μπεντουρού, ένα μεταξωτό μαντίλι με κρόσσια, συνήθως κίτρινου χρώματος. Τέλος, όταν ήταν στο σπίτι συνήθιζαν να φορούν τα ποδόρτια, χοντρές μάλλινες κάλτσες σε διάφορα χρώματα και τα τερλίκια, είδος πασουμιών, μάλλινα ή τσόχινα, ενώ όταν έβγαιναν έξω φορούσαν τα ποτίνια ή πότινα (μποτίνια) και όταν έβρεχε ένα είδος γαλότσας που αποκαλούνταν καλιόsha. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι τα ανύπαντρα κορίτσια, τις σπάνιες φορές που έβγαιναν έξω, κυρίως για να πάνε στην εκκλησία και να μεταλάβουν, έριχναν από πάνω τους ένα μακρύ σεντόνι, το σαρτσάφ, με σκοπό να προφυλαχθούν από τα αδιάκριτα βλέμματα.

β) Η νυφική ενδυμασία

Η εντυπωσιακότατη, βυζαντινότροπη, νυφιάτικη φορεσιά της Σύλλης του Ικονίου ονομαζόταν συνολικά από τους ντόπιους ως ετέκτσε. Τα υφάσματα για την κατασκευή της τα έφερναν είτε από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη είτε από τη Βυρηττό και το Χαλέπι.

Εσωτερικά φορούσαν δύο καβάδια, μακριά αμάνικα πουκάμισα από μαλλί ή βαμβάκι. Στη συνέχεια, βασικό κομμάτι ήταν το φιστάνι, φόρεμα από πολύτιμο ύφασμα, ραμμένο σε τρία φύλλα και ανοικτό μπροστά στο στήθος, ώστε να φαίνεται το κεντημένο πουκάμισο και τα ακριβά κοσμήματα. Το φιστάνι το σκέπαζε η σάλτα, εξωτερικός μακρύς επενδύτης με γούνα, η οποία στην καλύτερή της ποιότητα ήταν κατασκευασμένη από ερμίνα. Τη σάλτα στόλιζαν χρυσά κεντήματα, τα οποία ράβονταν από τους τερζήδες, τους επαγγελματίες ράφτες της περιοχής.

Στη μέση της νύφης έδενε ένα τετράγωνο μαντίλι διπλωμένο τριγωνικό, το οποίο ονομάζεται τσίπα. Το μαντίλι αυτό ήταν καταστόλιστο, χρυσοκέντητο με κρόσσια περιμετρικά, ενώ οι πιο φτωχές φρόντιζαν να κατασκευάσουν ένα απλούστερο από χαμηλότερης ποιότητας ύφασμα.

 

 

 

!!!1_curbe.cdr
Η τσίπα, το ζουνάρι με τις χολάνες και λεπτομέρειες από τον βαρύ γούνινο επενδύτη της νυφικής ενδυμασίας της Σύλλης Ικονίου (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη, κατόπιν ευγενικής παραχώρησης)

Τα μαλλιά, τα οποία ήταν πολύ μακριά, πλέκονταν σε 6 – 16 πλεξίδες, τα φιτίλια, μαζί με μεταξωτές κλωστές, τα μπρισίμια, μικρά χρυσά νομίσματα, τα αλτούνια και γαλάζιες χάντρες για την αποφυγή της βασκανίας. Από πάνω έμπαινε ένα κόκκινο τσόχινο φέσι και γύρω τυλιγόταν ο χρυσοκεντημένος τσεβρές, ένα τριγωνικό μεταξωτό μαντίλι. Πάνω στο φέσι στερεωνόταν με καρφίτσες σε σχήμα πουλιών, η αραχνοϋφαντη σκέπη, ένα μεταξωτό, χρυσοκέντητο πέπλο σε κόκκινο χρώμα. Στα πόδια φορούσαν συνήθως χρυσοκέντητα βυσσινιά πασούμια και κόκκινες πλεχτές βαμβακερές κάλτσες.

!!!1_curbe.cdr

Την ολόλαμπρη εμφάνιση της νύφης δεν θα μπορούσαν, παρά να συμπληρώνουν τα κοσμήματα, τα οποία, άλλωστε, αποτελούσαν το μεγαλύτερο και πολυτιμότερο κομμάτι της προίκας της. Το στήθος στόλιζαν τα γκερντάνια, χοντρές αλυσίδες με νομίσματα, λίρες ή μικρότερης αξίας, οι οποίες ήταν συνήθως δώρο του γαμπρού, αλλά και διάφορες καρφίτσες, κατά κύριο λόγο δώρα των συγγενών. Στη μέση φορούσαν ένα ζουνάρι από ριγωτό ύφασμα, το οποίο κούμπωνε με δύο χολάνες, δηλαδή δύο μαλαμοκαπνισμένες πόρπες. Τέλος, τα αφτιά τους στόλιζαν οι ιντζιλούσες, σκουλαρίκια από χρυσές λεπτές βέργες ή διαμαντόπετρες δεμένες με χρυσό από την Κιουτάχεια, που ήταν η καλύτερη ποιότητα. Τα μέλη των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων φορούσαν, βέβαια, πιο περιορισμένο αριθμό κοσμημάτων.

!!!1_curbe.cdrΗ καταστόλιστη και βυζαντινότροπη νυφική ενδυμασία της Σύλλης του Ικονίου στο σύνολό της (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη, κατόπιν ευγενικής παραχώρησης)

Τη φορεσιά αυτή φαίνεται ότι φορούσαν οι παντρεμένες σε όλες τις καλές περιστάσεις. Επίσης, γνωρίζουμε ότι οι οικογένειες των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων έραβαν σε αρκετές περιπτώσεις ετέκτσε για τα μικρά κοριτσάκια τους. Σε διαφορετική περίπτωση φαίνεται ότι για την ένδυση των μικρών κοριτσιών προτιμούσαν τα απλά σαλβάρια.

!!!1_curbe.cdr
Λεπτομέρεια από τη γούνινη απόληξη της σάλτας και του φιστανιού (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη, κατόπιν ευγενικής παραχώρησης)

 

 

2) Η γυναικεία ενδυμασία στο χωριό Μπέρμπαντα του Ακσεχίρ Ικονίου

Ο πληθυσμός του χωριού Μπέρμπαντα ήταν μοιρασμένος ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες. Παρόλα αυτά, οι δύο πληθυσμιακές ομάδες ζούσαν σε ξεχωριστούς μαχαλάδες και, παρά τις πιθανές επιρροές που ασκούσε ο ένας στον άλλο, υπήρξε διακριτός ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των Ελλήνων. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου χωριού ίσχυαν για την προίκα των γυναικών όσα αναφέρθηκαν και στην περίπτωση της Σύλλης.

Το φαρδύ πολύπτυχο σαλβάρι που φοριόταν έδενε στον αστράγαλο και ήταν κατασκευασμένο από μετάξι που ερχόταν από το Χαλέπι τη Συρίας ή την Προύσα στις καλές περιστάσεις και από βαμβακερό ύφασμα στην καθημερινή του εκδοχή. Πολλές φορές για να είναι πιο ωραίο το αποτέλεσμα, φορούσαν άλλο ένα σαλβάρι εσωτερικά, από χοντρό ύφασμα, το οποίο βοηθούσε το εξωτερικό να στέκεται καλύτερα. Το πάνω μέρος του κορμού κάλυπτε εσωτερικά ένα κοντό άσπρο πουκάμισο που έφτανε ως τη μέση, το οποίο ανάλογα με την περίσταση ήταν βαμβακερό ή μεταξωτό με ωραίο κέντημα και μπιμπίλα (δαντέλα) στο άνοιγμα του λαιμού.

Πάνω από το πουκάμισο έμπαινε το τζιπούνι, ένα γιλέκο με μακριά μανίκια, το οποίο είτε κατασκεύαζαν μόνες τους είτε το έκαναν παραγγελία στα εργαστήρια του Ικονίου και του Χαλεπιού. Το τζιπούνι το έραβαν από κόκκινο βελούδο ή άλλο ακριβό ύφασμα και το διακοσμούσαν με ολόχρυσα κεντήματα στα μανίκια και το στήθος που αναπαριστούσαν φυτικά θέματα. Στη μέση τύλιγαν την τσίπα, ένα ανοιχτόχρωμο μαντίλι με λεπτά σχέδια, το οποίο έδενε στην περιφέρεια της γυναίκας και είχε στις άκρες σκούρα κρόσσια, τα οποία δημιουργούσαν χρωματική αντίθεση. Από πάνω έσφιγγε ένα ζουνάρι, ένα κομμάτι στενόμακρου υφάσματος με φούντες στις δύο άκρες. Στα πόδια φορούσαν κάλτσες μάλλινες ή βαμβακερές σε διάφορα χρώματα, πότε όμως άσπρες, ενώ σαν υποδήματα συνήθιζαν τις καθημερινές τα τσόκαρα και στις επίσημες περιστάσεις γοβάκια από λουστρίνι.

Χαρακτηριστική διαφορά σε σχέση με άλλες γειτονικές περιοχές είναι το γεγονός ότι έπλεκαν τα μαλλιά τους σε μία ή δύο πλεξούδες και ποτέ σε φιτίλια (πολλές λεπτές πλεξούδες). Στο κεφάλι φορούσαν κόκκινο τσόχινο φέσι, το οποίο έπρεπε να είναι όρθιο όταν φοριόταν από τις νύφες. Μάλιστα, είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι τα μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων έδιναν το φέσι των μελλόνυμφων σε ειδικούς επαγγελματίες οι οποίοι αναλάμβαναν να το σιδερώσουν ώστε να στέκεται όρθιο. Από την άλλη, τα μέλη των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων, προκειμένου να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα, χρησιμοποιούσαν μια μικρή γλάστρα ως καλούπι. Γύρω από το φέσι τύλιγαν τον τσεβρέ, χρυσοκέντητο μαντίλι φερμένο από το Χαλέπι, το οποίο άφηναν να σχηματίζει μπροστά ένα τρίγωνο. Οι νύφες έβαζαν πάνω στο φέσι το κβρακ, ένα πολύ λεπτό κόκκινο μαντίλι, το οποίο στερέωναν με καρφίτσες που είχαν το σχήμα πουλιού.

Τέλος, εντύπωση προκαλεί ο πολύ περιορισμένος αριθμός των κοσμημάτων που φορούσαν, αποτέλεσμα, όπως φαίνεται, συνειδητής επιλογής και αισθητικής φιλοσοφίας και όχι οικονομικής αδυναμίας. Οι περισσότερες γυναίκες, λοιπόν, στο χωριό Μπέρμπαντα φορούσαν μια χοντρή χρυσή αλυσίδα με ένα πεντόλιρο κρεμασμένο, δώρο του γαμπρού, και τα κιουπέ, σκουλαρίκια με μικρά χρυσά νομίσματα.

Η παρούσα μελέτη δεν αποτελεί προϊόν πρωτογενούς έρευνας και στηρίζεται σε ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία και πηγές που αναφέρονται στο τέλος του κειμένου.

Αθανασία Σταυροπούλου, Ιστορικός-Χοροδιδάσκαλος, Απόφοιτος ΕΚΠΑ

Γ) Πηγές

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βαλαβάνης Ι., Μικρασιατικά, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1991

Γουήλ – Μπαδιεριτάκη Άννα, Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από το Άκσεχιρ – Μπέρμπαντα του Ικονίου, Νέα Εστία 101 (Φεβρουάριος 1977), 184-187

——–, Έρευνα γύρω από τη γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά: η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από τη Σίλλη (Σύλη) του Ικονίου και τα κοσμήματά της: από πρόσφυγες εγκατεστημένους στη Μακεδονία και τη Θράκη, Πρακτικά Γ΄ Συμποσίου Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου (Ήπειρος – Μακεδονία – Θράκη), Θεσσαλονίκη 1979, 185-197

Ελληνικές φορεσιές. Συλλογή Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1993

Ενδυματολογικά/1. Πρακτικά 1ου κύκλου μαθημάτων του Εθνικού Αρχείου Ελληνικής Παραδοσιακής Ενδυμασίας, εκδ. Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 2000

Κορρέ – Ζωγράφου Κατερίνα, Νεοελληνικός κεφαλόδεσμος, Αθήνα 1991

Παπαντωνίου Ιωάννα, Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες, εκδ. Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1996

Σαλκιτζόγλου Τ., Η Σύλλη του Ικονίου. Μία ελληνική κωμόπολη στην καρδιά της Μικράς Ασίας, εκδ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Χατζημιχάλη Αγγελική, Η ελληνική λαϊκή φορεσιά, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1978-1983

Advertisements