Η Ελληνική ενδυμασία στην Αιολίδα

 

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

Σε μια εποχή τεχνολογικής ανάπτυξης και επιστημονικής προόδου είναι πολύ σημαντική η μελέτη των ιστορικών και πολιτιστικών στοιχείων κάθε λαού, με σκοπό την αναβίωση και τη διατήρηση της μνήμης, καθώς και των ιδιαίτερων κοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Επιτακτική είναι μάλιστα η ανάγκη διερεύνησης των νεότερων ιστορικών στοιχείων, αλλά και της λαογραφικής παράδοσης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ανίχνευση δεσμών και η ομαλότερη σύνδεση ενός λαού με το απώτερο παρελθόν του. Η εξέταση, λοιπόν, της παραδοσιακής νεοελληνικής ενδυμασίας, η οποία θα μας απασχολήσει στο παρόν άρθρο, μπορεί να μας δώσει πολύτιμες πληροφορίες, όχι μόνο για την ιστορίας της μόδας σε μια περιοχή και σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, αλλά και για την υπάρχουσα κοινωνική διαστρωμάτωση, τις ασχολίες των κατοίκων, τις οικονομικές και εμπορικές επαφές και συναλλαγές, καθώς και τις κοινωνικές και ηθικές νοοτροπίες.

Πιο συγκεκριμένα, το παράδειγμα που θα μας απασχολήσει είναι εκείνο της παραδοσιακής ενδυμασίας στον ευρύτερο ιστορικό και γεωγραφικό χώρο της Αιολίδας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σήμερα, κάποια τμήματα της περιοχής αυτής βρίσκονται εντός των ελληνικών γεωγραφικών συνόρων και κάποια όχι. Για το λόγο αυτό, εκτός από το τμήμα της μικρασιατικής αιολικής ακτής, θα εξεταστεί και το ενδυματολογικό παράδειγμα της Λέσβου, η οποία εμφανίζεται σαν αναπόσπαστο λαογραφικό και πολιτιστικό κομμάτι της πρώτης. Ειδικότερα, θα περιγραφούν οι ενδυμασίες της περιοχής του Αϊβαλί (Κυδωνίες), της Περγάμου και των Μοσχονησίων, καθώς και οι διάφοροι τύποι της λεσβιακής ενδυμασίας. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι οι ανδρικές ενδυμασίες θα εξεταστούν συνολικά, καθώς εμφανίζουν σχετική ομοιομορφία, ενώ οι γυναικείες ενδυμασίες θα εξεταστούν σε επιμέρους κεφάλαια, λόγω της ποικιλομορφίας που παρουσιάζουν.

Α) Η ανδρική ενδυμασία στην Αιολίδα

Ο τύπος της ενδυμασίας που κυριαρχεί στον ανδρικό πληθυσμό της Αιολίδας είναι εκείνος της βράκας, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλο το χώρο του Αιγαίου και των παραλίων της Μ. Ασίας και της Προποντίδας. Πρόκειται για ένα είδος κοντού και φαρδιού σαλβαριού (παντελονιού), κατασκευασμένου από σκουρόχρωμο ύφασμα. Η ποιότητα του υφάσματος διέφερε ανάλογα με την περίπτωση. Έτσι, για παράδειγμα στο Αϊβαλί κατασκεύαζαν τις γιορτινές τους βράκες από τσόχινο ύφασμα, καθώς ήταν πιο ακριβό και πιο επίσημο. Στην ίδια περιοχή, μάλιστα, ονόμαζαν τη βράκα με την ιδιαίτερη ονομασία πουρπούτια. Επίσης, στη Λέσβο η βράκα είχε μεγάλο άνοιγμα με πολλές πτυχώσεις που διευκόλυναν την κίνηση και τις αγροτικές εργασίες, ενώ συνήθιζαν να φορούν και μια εσωτερική βράκα από λευκό ύφασμα, η οποία έδινε καλύτερο οπτικό αποτέλεσμα. Η βράκα έσφιγγε και έκλεινε στη μέση με μια λεπτή και πλεχτή ζώνη, τη βρακοζώνα.

Στο επάνω μέρος του κορμού φορούσαν πουκάμισο, το οποίο στη Λέσβο ήταν χωρίς γιακά και είχε κουμπιά ως το λαιμό. Στο Αϊβαλί τις καθημερινές φορούσαν αντί του κλασικού πουκαμίσου την καναβέτσα, ένα είδος μπλούζας που έδενε σταυρωτά με κορδόνι. Στις γιορτινές μέρες φορούσαν γιλέκο που κούμπωνε σταυρωτά και κατασκευαζόταν από τσόχινο ύφασμα, όπως και η βράκα. Σταυρωτό γιλέκο (κοντό και αμάνικο σακάκι) με λοξό κούμπωμα συνήθιζαν και στη Λέσβο τις καθημερινές και της γιορτές. Μάλιστα στην περίπτωση της Ερεσού τα γιλέκα των ανδρών κατασκευάζονταν από ύφασμα με ένα ιδιαίτερο βαθύ γαλάζιο χρώμα. Για το κούμπωμα του γιλέκου ράβονταν πολλά στρογγυλά κουμπιά ντυμένα με πλέξιμο, ενώ διέθετε φαρδιά λαιμόκοψη και κεντήματα στις γωνίες και στις άκρες, καθώς και ένα κεντημένο τσεπάκι κάτω από τη μασχάλη για τη φύλαξη μικροαντικειμένων.

 

Ανδρικό πουκάμισο και ανδρική βράκα (Ιματιοθήκη Μικρασιατικού Πολιτιστικού Συλλόγου Μελισσίων «Άγιος Γεώργιος Γκιούλμπαξε»)

 

Ανδρικό γιλέκο και λεπτομέρεια κεντήματος (Προσωπική συλλογή κ. Περικλή Κώτση – Εθνομουσικολογικό Ίδρυμα Π. Ζήση)

Στη μέση τυλιγόταν ένα ζωνάρι (μακριά και φαρδιά υφασμάτινη ζώνη), μαύρο, υφαντό, με μήκος 3-5 μέτρα και φάρδος περίπου μισό μέτρο. Την ανδρική εμφάνιση συμπλήρωναν οι πλεχτές μαύρες κάλτσες, τα υποδήματα με τη σηκωμένη μύτη, το καλπάκι, ένας γούνινος μαύρος σκούφος και οι κάπες ή τα καπότα, τα βαριά μάλλινα πανωφόρια κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ιδιαίτερα οι άνδρες στη Λέσβο συνήθιζαν να έχουν σχεδόν πάντα μαζί τους ένα κομπολόι. Τέλος, από τα τέλη του 19ου αι άρχισαν να υιοθετούνται τα φράγκικα ρούχα με τα παντελόνια, κυρίως από τους εμπόρους και του φοιτητές που είχαν σπουδάσει σε Πανεπιστήμια της Ευρώπης.

 

Ανδρικό ζωνάρι και ανδρικό καλπάκι (Προσωπική συλλογή κ. Περικλή Κώτση – Εθνομουσικολογικό Ίδρυμα Π. Ζήση)

Β) Η γυναικεία ενδυμασία της Αιολίδας

1) Η γυναικεία ενδυμασία στο Αϊβαλί

Οι γυναίκες στην περιοχή των Κυδωνιών της Μ. Ασίας, του γνωστού μας σήμερα Αϊβαλί διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα την παραδοσιακή τους ενδυμασία και δεν υιοθέτησαν ευρέως και νωρίς τον δυτικό τρόπο ντυσίματος. Χαρακτηριστικό κομμάτι της αϊβαλιώτικης γυναικείας φορεσιάς ήταν το σαλβάρι, μια μακριά και πολύ φαρδιά βράκα από βαμβακερό ύφασμα, συνήθως λευκό, το οποίο κατασκευαζόταν στον αργαλειό από νήμα που έγνεθαν μόνες τους οι γυναίκες. Τα αϊβαλιώτικα σαλβάρια ήταν πολύ φαρδιά και σε επίσημες περιστάσεις έσφιγγαν στη μέση με μια πλατιά χρυσοκέντητη ζώνη, της οποίας οι άκρες κρέμονταν στο πλάι.

 

Λεπτομέρειες πουκαμίσου (Προσωπική συλλογή κ. Περικλή Κώτση – Εθνομουσικολογικό Ίδρυμα Π. Ζήση)

Πάνω από το σαλβάρι φορούσαν μια μπλούζα, η οποία στένευε στη μέση με πολλές σούρες. Η μπλούζα αυτή είχε σχετικά κοντά μανίκια, σε αντίθεση με το πουκάμισο που συνήθιζαν να φορούν σε ορισμένες περιπτώσεις, το οποίο διέθετε φαρδιά και μακριά μανίκια που αναγκάζονταν να τα γυρίζουν προς τα επάνω όταν ήθελαν να κάνουν κάποια οικιακή εργασία. Πάνω από τα ρούχα αυτά φορούσαν σκούρα πανωφόρια με μανίκια, τα οποία κούμπωναν σταυρωτά με πόρπη το χειμώνα και αφήνονταν ξεκούμπωτα το καλοκαίρι. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι τα ρούχα του χειμώνα κατασκευάζονταν από μάλλινο ύφασμα, όπως ακριβώς τα καλοκαιρινά βαμβακερά, ενώ το φθινόπωρο πάνω από τη μπλούζα φορούσαν τα αντεριά, ένα είδος λεπτού πουλόβερ. Επίσης, για να αντιμετωπίσουν το δυνατό κρύο, συνήθιζαν να φορούν ένα κοντογούνι, ένα χοντρό σακάκι με αρνίσια επένδυση εσωτερικά. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι οι Αϊβαλιώτισσες δεν συνήθιζαν να φορούν κάλτσες, παρά μόνο στα κρύα του χειμώνα, ενώ αυτές έπρεπε πάντα να είναι λευκού χρώματος. Στα υποδήματα είχαν υιοθετήσει τις «γεμενιές» γόβες, δηλαδή γόβες με σηκωμένη μύτη.

Μπλούζα και σαλβάρι (Προσωπική συλλογή κ. Περικλή Κώτση – Εθνομουσικολογικό Ίδρυμα Π. Ζήση)

 

 

11

Πανωφόρι (Προσωπική συλλογή κ. Περικλή Κώτση – Εθνομουσικολογικό Ίδρυμα Π. Ζήση)

 

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, και το θέμα του αϊβαλιώτικου κεφαλόδεσμου. Για πολλά χρόνια φορούσαν ένα τσεμπέρι, λευκό ή χρωματιστό, σε σχήμα ζώνης, το οποίο τυλιγόταν γύρω από το κεφάλι και άφηνε ακάλυπτα τα μαλλιά, τα οποία φαίνονταν πίσω ελεύθερα ή πλεγμένα σε λεπτές πλεξούδες. Ο κεφαλόδεσμος αυτός πιθανόν να κατάγεται από έναν αντίστοιχο του 14ου αι, ο οποίος αποτελούνταν από ένα λευκό κομμάτι υφάσματος, το οποίο στολιζόταν από μια χρυσοκέντητη ταινία (διάδημα). Μεταγενέστερα, το κεφάλι άρχισε να καλύπτεται με την κουρούπα, ένα πλατύ φέσι με πλατείες λευκές λωρίδες που έπεφταν δεξιά και αριστερά.

12

Επιστήθια κοσμήματα με φλουριά (Προσωπική συλλογή κ. Περικλή Κώτση – Εθνομουσικολογικό Ίδρυμα Π. Ζήση)

 

 

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι μεταγενέστερα η φορεσιά που περιγράφηκε αντικαταστάθηκε από ευρωπαϊκού τύπου φορέματα, μεταξωτά, τα οποία κούμπωναν σταυρωτά.

2) Στοιχεία της γυναικείας ενδυμασίας στην Πέργαμο και τα Μοσχονήσια

Ελάχιστα είναι, δυστυχώς τα στοιχεία που μας σώζονται για την τοπική ενδυμασία της Περγάμου και των Μοσχονησίων, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στις εμπορικές δραστηριότητες των κατοίκων, οι οποίοι υιοθέτησαν αρκετά νωρίς, περίπου στις αρχές του 1890, τα ευρωπαϊκά ενδυματολογικά πρότυπα.

Από τις αποσπασματικές πληροφορίες που υπάρχουν, γνωρίζουμε ότι συνήθιζαν να φορούν μια σουρωτή φούστα και μια κοντή σουρωτή και μεσάτη μπλούζα με χρυσό κέντημα, τα οποία κατασκευάζονταν από βελούδινο ύφασμα. Το χειμώνα για να προστατευτούν από το κρύο φορούσαν ένα κοντό σακάκι, το μεϊντάνι ή κοντογούνι. Στο κεφάλι, τέλος, φορούσαν αρχικά ένα μικρό γυναικείο φέσι με μακριά μαύρη φούντα, το οποίο αργότερα αντικαταστάθηκε από μία μαντίλα στολισμένη γύρω γύρω με δαντέλα, την μπιμπίλα.

Σχετικά με τις επιρροές της δυτικής μόδας από τα τέλη του 19ου αι, αντλούμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τα νυφικά φορέματα που συνηθίζονταν. Τα φουστάνια αυτά ήταν λευκά και μεταξωτά, κλειστά ως το λαιμό. Οι νύφες κάλυπταν τα χέρια τους με λευκά γάντια και το κεφάλι τους με ένα μακρύ, τούλινο ή δαντελένιο πέπλο, το οποίο έριχναν μπροστά ως το στήθος και έκρυβαν το πρόσωπό τους. Στο κεφάλι τους είχαν χρυσές ή ασημένιες κλωστές, τις μπλίρες ή τράνες, ενώ στα Μοσχονήσια συνήθιζαν να στολίζουν το πέπλο με άνθη λεμονιάς. Την ξεχωριστή σημασία που είχε για κάθε νύφη το φόρεμά της εκφράζει και το δίστιχο που έλεγαν κατά το στόλισμά της:

Νύφη μου τα ρουχάκια σου αγγέλοι σου τα ράψαν

και στη δεξιά σου τη μεριά ως σύζυγο σε γράψαν.

3) Η γυναικεία ενδυμασία στη Λέσβο

Σε αντίθεση με το μικρασιατικό κομμάτι της Αιολίδας, αρκετές είναι οι πληροφορίες που σώζονται για την ενδυμασία της απέναντι της περιοχής, της Λέσβου, γεγονός που προφανώς οφείλεται στη συνεχή παρουσία του νησιού στα πλαίσια των ελληνικών συνόρων από το 1913 και εξής, καθώς και στην απουσία διωγμών των συμπαγών ελληνικών πληθυσμών που κατοικούσαν σε αυτό. Μία πρώτη παρατήρηση που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι ο αγροτικός, σε γενικές γραμμές, χαρακτήρας της οικονομίας του νησιού, σε αντίθεση, για παράδειγμα με τη γειτονική Χίο, αλλά και ο συνδυασμός του με μια πιο αστική και κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα που εντοπίζεται στην πόλη της Μυτιλήνης, οφείλεται στις εμπορικές ενασχολήσεις των κατοίκων της και αντικατοπτρίζεται στην αρχιτεκτονική, τον καθημερινό τρόπο ζωής και διασκέδασης, αλλά, φυσικά και στον τρόπο ένδυσης.

Οι ασφαλέστερες πληροφορίες που σώζονται σχετικά με τη γυναικεία ενδυμασία του νησιού, μας πηγαίνουν πίσω στο 18ο αι, ενώ φαίνεται ότι συνδυάζονται επιρροές από το Βυζάντιο, την Εγγύς Ανατολή, αλλά και τα δυτικά πρότυπα. Μια μεγάλη διάκριση των τύπων ενδυμασίας στη Λέσβο είναι ανάμεσα στο φουστάνι, που πιθανότατα φορέθηκε παλαιότερα και το σαλβάρι που αποτελεί νεότερο τύπο.

Το φουστάνι ήταν μία ίσια και μακριά φούστα, η οποία στηριζόταν στους ώμους με τιράντες και είχε μπούστο ραμμένο σε αυτή, οπότε ονομαζόταν τακίμ, ή ξεχωριστά από αυτή. Εσωτερικά φορούσαν το μπουστάκι, ένα είδος εσώρουχου με πιέτες και δαντέλες και από πάνω το πουκάμισο και το στηθόπανο, ένα τετράγωνο πανί, με το οποίο σκέπαζαν το στήθος. Από πάνω φορούσαν το αντερί ή καμιτζόρι, μια ελαφριά ζακέτα με μεγάλο κάθετο άνοιγμα, ενώ το χειμώνα ζεσταίνονταν με ένα γούνινο παλτό χωρίς μανίκια. Τρεις τύποι κεφαλόδεσμου συνηθίζονταν με το φουστάνι. Ο πρώτος ήταν η κουρούπα, ένα ψηλό καπέλο γεμισμένο με πανιά, τα πουχτσάδια. Ο δεύτερος ήταν το κλουνί, ένας κώνος τυλιγμένος με πολύχρωμα μαντίλια, ο οποίος στηριζόταν στο κεφάλι με ένα υποσιαγώνιο (υφασμάτινη ταινία που περνάει από το σαγώνι). Τέλος, άλλο ένα είδος που συνήθιζαν κυρίως στο χωριό Μόρια ήταν το κουλούρι, ένα είδος περικεφαλαίας κατασκευασμένο από πολλά μαντίλια.

Κατά το 18ο αι στις αγροτικές περιοχές κάτω από το φουστάνι φορούσαν το σαλβάρι (φαρδιά βράκα), συνήθεια που διατηρήθηκε σε χωριά, όπως το Υψηλομέτωπο. Το φουστάνι ή φ’στάνα συνέχισε να φοριέται στα βορειοανατολικά χωριά του νησιού, όπως η Ερεσός, και στην πόλη της Μυτιλήνης και αποτελούνταν από μια πολύπτυχη φούστα και ένα φαρδύ μισοφόρι κεντημένο στον ποδόγυρο, με ζωνάκι στη μέση, στολισμένο στο στήθος και τα μανίκια με το μπιντένι, μια δαντέλα πλεγμένη με το βελονάκι. Πιο συγκεκριμένα, στην Ερεσό υιοθέτησαν αργότερα αντί για μισοφόρι ένα πουκάμισο, το π’καμ’σέλ’.

Ο τύπος της φ’στάνας που περιγράφηκε παραπάνω, συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με μια χαλκογραφία του περιηγητή P. Tournefort του 17ου αι, με μόνη επιφύλαξη το γεγονός ότι δεν φαίνεται κάποιο κάλυμμα του στήθους, το οποίο παρουσιάζεται γυμνό. Η γυναίκα της Λέσβου που εικονίζεται στη χαλκογραφία φορά φούστα ψηλόμεση ως τον αστράγαλο και ένα μακρύ αμάνικο πανωφόρι. Στο κεφάλι της φορά μια σκούφια με φιόγκο μπροστά, η οποία αφήνει να φαίνονται ελάχιστα μαλλιά μπροστά στο μέτωπο, ενώ τα αυτιά της στολίζουν σκουλαρίκια διακοσμημένα με τρεις πέτρες.

Ο δεύτερος και νεότερος τύπος της λεσβιακής γυναικείας ενδυμασίας έχει ως βασικό του κομμάτι, όπως προαναφέρθηκε, το σαλβάρι ή βράκα ή βρακί, του οποίου η κατασκευή απαιτούσε ενίοτε και 15 πήχες πανί, ενώ η γυναίκα που φορούσε τη φορεσιά αυτή ονομαζόταν βρακούσα. Η βράκα επικράτησε από το 19ο αι κυρίως και εξής, εξυπηρετώντας τις πρακτικές ανάγκες των αγροτικών, ελαιοπαραγωγικών πληθυσμών του νησιού, παρουσιάζοντας, βέβαια, κατά τόπους διαφορές στη ραφή, το χρώμα και τα υφάσματα και συνδέεται καθαρά με τα σαλβάρια που συνήθιζαν να φορούν οι γυναικείοι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας.

13

Το σαλβάρι ή βράκα της γυναικείας ενδυμασίας της Λέσβου (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη)

 

 

Τα σαλβάρια συνήθιζαν να τα φορούν πάνω από πολλά εσωτερικά βρακιά, τα οποία έδιναν έναν πρόσθετο όγκο στο εξωτερικό. Επίσης, σε άλλες περιοχές, όπως η Αγιάσος και το Πλωμάρι, φορούσαν βράκες με κλαπάτσα, δηλαδή καμωμένη με έξι φύλλα υφάσματος και ραμμένη με ειδική αφανέρωτη βαφή, ενώ σε άλλες περιοχές, όπως τον Πολυχνίτο και τη Γέρα φορούσαν βράκα χωρίς κλαπάτσα. Τα υφάσματα των σαλβαριών κατασκευάζονταν σε σπιτικούς αργαλειούς σε χρώματα κόκκινα (κνικάτα), κίτρινα, λευκά, πράσινα και γερανιά (σκούρο γαλάζιο), σε σχέδια νταμωτά (καρό) ή ριγωτά. Στην καλύτερή τους εκδοχή τα υφάσματα ήταν λινά, λινομέταξα, μεταξωτά (βλατένια) και μεταξοβάμβακα. Επίσης, χρησιμοποιούνταν μεταξωτοί ταφτάδες (σαντάλια, τζαμφέδες, χαρέδες) και ολομέταξα υφάσματα, τα οποία έφερναν ως το 1822 από τη Χίο, αλλά και από τη Σμύρνη, την Πόλη και τα γαλλικά λιμάνια της Μασσαλίας και της Λυών. Στην επιλογή των χρωμάτων βασικό ρόλο έπαιζαν η ηλικία, η οικογενειακή κατάσταση, αλλά και οι ιδιαίτερες περιστάσεις. Έτσι, οι νέες κοπέλες φορούσαν ζωηρά χρώματα, οι παντρεμένες λιγότερο φανταχτερά, οι γερόντισσες σκούρα ή καφετιά και οι χήρες μαύρα. Όσες γυναίκες είχαν άντρες που ταξίδευαν φορούσαν μουντά χρώματα, ενώ το ίδιο έκαναν όλες κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τη σημασία της ομορφιάς της βράκας αντικατοπτρίζουν και οι σωζόμενοι τοπικοί παραδοσιακοί στίχοι:

Της Γαλανής η βράκα που κάνει τράκα τράκα

και:

Δεν πάγου στου Πλουμάρι γιατί είνι πουταμός,

γιατί φουρούνι βράκις κι είνι λουλαμός

Στο πάνω μέρος του κορμού φορούσαν το ρούσικο, ένα πουκάμισο διακοσμημένο με δαντέλα (μπιντένια). Το ρούσικο, εκτός από τις δαντέλες, ήταν εφαρμοστό στην πλάτη, είχε πιέτες μπροστά και φαρδιά φουσκωτά μανίκια. Στη μέση έσφιγγε ένα ζωνάρι, το οποίο έδεναν στο πλάι και ήταν λευκό και υφαντό, από λινομέταξο ύφασμα, με μεταξωτά κεντήματα στις άκρες, τις οποίες άφηναν να κρέμονται.

Ορισμένες φορές, πάνω από το ρούσικο φορούσαν το κουμπουρέλι ή μπούστο, ένα βελούδινο γιλέκο. Εκτός από το κουμπουρέλι, συνήθιζαν να φορούν και μια σειρά από μακρυμάνικα πανωφόρια. Το πρώτο ήταν το καμιτζόρι ή καμιτζόρι ή καμ’τζόρ’, ένα εφαρμοστό σακάκι με στενά μανίκια και όρθιο γιακά, από μάλλινο, βελούδινο ή μεταξωτό ύφασμα. Παρόμοιας κατασκευής ήταν και η γιακέτα ή ζακέντα, μια κοντή ζακέτα από βελούδο ή μαλλί, με ίσια μανίκια, η οποία, όμως, δεν διέθετε γιακά και κούμπωνε χωρίς να σταυρώνει, ενώ ήταν διακοσμημένη με χρυσό γαϊτάνι περιμετρικά. Άλλο ένα είδος κοντής εφαρμοστής ζακέτας ήταν και ο λιμπαντές, βελούδινος ή τσόχινος με χρυσά κεντήματα στην πλάτη, το γιακά και τα μανίκια. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα φορούσαν γούνα μακριά ή κοντογούνι και το σουρτούκο, ένα μακρύ σάκκο (πανωφόρι) από χοντρό ύφασμα, ενώ στην πλάτη του έριχναν και τη μπέρτα, μια πλεκτή εσάρπα για τους ώμους. Επίσης, στην Ερεσό συνήθιζαν στους ώμους τους μποχτσάδες, τετράγωνα μαντίλια ή πλεχτά σάλια, τα μπιλιρίνια.

14
Το ρούσικο, το κουμπουρέλι και το καμιτζόρι στη γυναικεία ενδυμασία της Λέσβου (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη)

 

Στα πόδια τους οι γυναίκες της Λέσβου συνήθιζαν να φορούν κάλτσες βαμβακερές, λευκές ή χρωματιστές και διάφορα είδη παπουτσιών. Τα πιο γνωστά από αυτά ήταν τα σκαρπίνια, κλειστά και μυτερά και οι γόβες ή μποτίνια, συνήθως μαύρου χρώματος. Άλλα είδη παπουτσιών ήταν τα βιδέλα, από λεπτό δέρμα, με φιόγκο και τακούνια, και πιο χαμηλά μυτερά παπούτσια, τα γεμενιά, τα μέστια και τα τιρλίτσια. Επίσης, όταν πήγαιναν στο χαμάμ ή το λουτρό, ορισμένες φορούσαν τσόκαρα, ένα είδος παντόφλας, κεντημένης με σιντέφι (ελεφαντόδοντο), ασήμι και μπρούτζο ή κατασκευασμένα από ξύλο βελανιδιάς στην πιο καθημερινή τους εκδοχή.

Το πιο συνηθισμένο κεφαλοκάλυμμα που ολοκλήρωνε τη φορεσιά του σαλβαριού ήταν το τσεμπέρι, το οποίο συνήθιζαν να φορούν όλες οι κοινωνικές τάξεις, με διαφοροποιήσεις στο δέσιμο και τα χρώμα ανάλογα με την ηλικία, την κοινωνική θέση και την ψυχολογική διάθεση. Έτσι, για παράδειγμα, οι νέες κοπέλες φορούσαν τσεμπέρια ανοιχτού χρώματος, τα οποία στόλιζαν περιμετρικά με δαντέλες, χάντρες και πούλιες, ενώ οι μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες προτιμούσαν τσεμπέρια σκούρου χρώματος. Ένα ιδιαίτερο είδος τσεμπεριού ήταν και η φοινίκα ή φνίκα ή τουλπάνι, που φορούσαν στις καθημερινές τους εργασίες ή όταν πήγαιναν στο λουτρό. Η φοινίκα ήταν τετράγωνη και λευκή, κατασκευασμένη από πολύ λεπτό βαμβακερό ύφασμα και διακοσμημένη περιμετρικά με κεντήματα, δαντέλες και χάντρες.

Στις γιορτές ή το γάμο συνήθιζαν ενίοτε πιο ιδιαίτερους κεφαλόδεσμους. Ο πρώτος ήταν ο τεπές, ένα μικρό, κόκκινο φέσι, διακοσμημένο με χρυσά κεντήματα και με μια γαλάζια ή μαύρη φούντα. Γύρω από τον τεπέ τύλιγαν το μαγνάδι, ένα λεπτό μαντίλι σε απαλούς χρωματισμούς και γύρω από αυτό τύλιγαν τα μαλλιά τους, τα οποία είχαν πλέξει σε δύο ή περισσότερες πλεξούδες, ανάμεσα στις πλεξούδες τοποθετούσαν και φλουριά, ενώ στις πολύ επίσημες περιστάσεις έβαζαν και μια ταινία με φλουριά στο μέτωπο, το μπασλίτσ’ ή πιρσιάνι. Μεγαλύτερου μεγέθους και κατασκευασμένο από τρία κομμάτια υφάσματος ήταν και το βιλιό, σε σχήμα φεσιού και χρυσοκέντητο. Τέλος, πολλές φορές οι νύφες πάνω από το φέσι τοποθετούσαν ένα μεταξωτό πέπλο, πράσινο με κόκκινα κεντήματα ή κόκκινο με πράσινα κεντήματα ή ολόασπρο ή ροζ, πάντα ραμμένα από μετάξι.

15
Γιορτινός γυναικείος κεφαλόδεσμος με πλεξίδες (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη)

 

 

Στα χωριά της Ερεσού τα μικρά κορίτσια έπλεκαν τα μαλλιά τους σε μία κοτσίδα στο πλάι και οι μεγαλύτερες κοπέλες σε δύο πλεξούδες, ενώ οι παντρεμένς γυναίκες χτένιζαν τα μαλλιά τους σε κότσο ή τύλιγαν μία πλεξούδα γύρω από το κεφάλι τους. Τη σημασία που είχε η αρμονία του κορμιού, του κεφαλόδεσμου και της κόμμωσης για τις γυναίκες της Λέσβου φαίνεται να τονίζει το αγιασιώτικο τρίστιχο:

Το γιασεμί στην πόρτα σου, το κλήμα στην αυλή σου

χίλια βενέτικα φλουριά αξίζει το κορμί σου

τα μαλλιά της κεφαλής σου νοστιμίζουν το κορμί σου.

16

 Χαμαγλί ή γκόλφι, είδος κοσμήματος – φυλαχτού (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη)

 

 

Την εμφάνιση των γυναικών της Λέσβου συμπλήρωνε, όπως είναι φυσικό, μια σειρά κοσμημάτων. Μάλιστα, η γυναικεία φιλαρέσκεια και η εκτεταμένη χρήση των κοσμημάτων οδήγησε κατά το 19ο αι σε εκκλησιαστικό διάταγμα, το οποίο περιόριζε την πολυτελή ενδυμασία των γυναικών, η οποία, όπως αναφέρεται, σκανδάλιζε τους γύρω και προσέλκυε τα βλέμματα των Τούρκων. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι συχνά οι εύπορες νύφες δάνειζαν τα κοσμήματά τους στις φτωχότερες για την ημέρα του γάμου τους, στο πλαίσιο των συσφιγμένων και αλληλέγγυων κοινωνικών σχέσεων που φαίνεται ότι υπήρχαν στις αγροτικές κοινωνίες.

Βασικό κόσμημα ήταν τα χρυσά φλουριά, τα οποία δώριζαν στα νεογέννητα και στις νύφες, εκτός από το στήθος, τα φλουριά μπορούσαν να περαστούν με ένα χρυσό κορδόνι στο λαιμό, σε ένα κόσμημα που ονομαζόταν λαιμογάιτανο ή σε μια ταινία στο μέτωπο, αποτελώντας το φλωροκούτελο. Στο στήθος φορούσαν επίσης, με τη μορφή φυλαχτού, τα χαμαγλιά ή γκόλφια, τα οποία ήταν συνήθως ασημένια, σε οβάλ, στρογγυλό, τετράγωνο ή τρίγωνο σχήμα, είχαν σκαλισμένες μορφές αγίων και κρέμονταν στο στήθος με μία ασημένια αλυσίδα. Εντυπωσιακό κόσμημα για το λαιμό ή το στήθος, το οποίο είχαν στην κατοχή τους μόνο οι γυναίκες των ανώτερων τάξεων ήταν η κουλαγίνα. Πρόκειται για ένα μαργαριταρένιο πλέγμα με χρυσά φλουριά, συνδυασμένο με μια πλατιά αλυσίδα με πολύτιμα πετράδια και στη μέση ένα στρογγυλό κόσμημα, το καφάσι. Τέλος, στα αυτιά φορούσαν σκουλαρίκια και τα δάκτυλά τους στόλιζαν δακτυλίδια.

Από τα μέσα του 19ου αι άρχισαν να υιοθετούνται από τις γυναίκες των ανώτερων στρωμάτων της πόλης τα ευρωπαϊκά πρότυπα ένδυσης, με κορσέδες, κρινολίνα, γάντια, μεταξωτές κάλτσες, κοσμήματα φερμένα από την Αλεξάνδρεια και καπέλα. Οι συνήθειες αυτές εισήλθαν από τις αρχές του 20ου αι σταδιακά και στο χώρο της λεσβιακής υπαίθρου, παραγκωνίζοντας σιγά σιγά την παραδοσιακή τοπική ενδυμασία

17

Γυναικεία ενδυμασία Λέσβου στον τύπο της βράκας (από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη)

 

Αθανασία Σταυροπούλου, Ιστορικός-Χοροδιδάσκαλος, Απόφοιτος ΕΚΠΑ

Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα μελέτη δεν αποτελεί προϊόν πρωτογενούς έρευνας και στηρίζεται σε ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία και πηγές που αναφέρονται στο τέλος του κειμένου.

Γ) Πηγές

1) Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Αναγνωστοπούλου Μαρία, «Μία λεσβιακή γυναικεία φορεσιά του 17ου αιώνα με τις παραλλαγές της», Λεσβιακά 9 (1985), 13-19
——–, «Δύο γυναικείες λεσβιακές ενδυμασίες με ‘κατωκόρμι’ τη βράκα», Λεσβιακά 12 (1989), 12-23
——–, «Το παραδοσιακό λεσβιακό κόσμημα», Λεσβιακά 14 (1993), 5-23
——–, «Η λεσβιακή γυναικεία φορεσιά», Ενδυματολογικά/1. Πρακτικά 1ου κύκλου μαθημάτων του Εθνικού Αρχείου Ελληνικής Παραδοσιακής Ενδυμασίας, εκδ. Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 2000, 185-188
Από τον Πουνέντη, Τραγούδια του Αιγαίου Πελάγους, Κέντρο Αιγαιακών Λαογραφικών & Μουσικολογικών ερευνών, Πολιτιστικό ίδρυμα τραπέζης Κύπρου
Ιστορία των Κυδωνιών (ομάδα συγγραφέων), εκδ. της Ένωσης Κυδωνιατών αρ.8, Αθήνα 1982
Καραϊσκάκη Σίτσα, Μοσχονήσια, η πατρίδα μου, Αθήνα 1973
Καραμπλιάς Ι., Ιστορία των Κυδωνιών, εκδ. Τυπογραφείον Γερ. Σ. Χρήστου & Υιός, Αθήνα 1949
Κορρέ – Ζωγράφου Κατερίνα, Νεοελληνικός κεφαλόδεσμος, Αθήνα 1991
Κουλαξινέλλης Ε. – Τραγέλλης Β., Η Αγιάσος και τα πέριξ, εκδ. Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγιασωτών, Αθήνα 1997
Λέσβος. Από τη Σαπφώ στον Ελύτη (ομάδα συγγραφέων), εκδ. Δήμου Μυτιλήνης
Μακρυγιαννοπούλου Μαριάνθη, Ιστορικά και λαογραφικά της Περγάμου Μικράς Ασίας, εκδ. Άτταλος Α΄, Αθήνα 1986
Οικονομίδης Ν., Η ελληνική ενδυμασία. Το ιστορικό οδοιπορικό της και ο κοινωνικός της ρόλος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2008
Παπαντωνίου Ιωάννα, Ελληνικές τοπικές ενδυμασίες, εκδ. Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο 1996
Πλάτανος (Μαρμαρινός) Β., «Προξινιά. Αρρβώνα (Σταυρουβλόγισ’). Γάμους (Βλόγισ’) σκι Άντισσα», Λεσβιακά 19 (2002), 87-136
Σιφναίου Ευρυδίκη, Λέσβος. Οικονομική και κοινωνική ιστορία (1840-1912), εκδ. Τροχαλία
Σκλεπάρης Δ., «Κεφαλόδεσμοι γυναικών Λέσβου», Λεσβιακά 9 (1985), 132-139
Τραγέλλης Χ., Τα λαογραφικά της Καλλονής Λέσβου, Αθήνα 1982
Χατζημιχαλάκης Π., Αντισσιώτικα. Λαογραφικά – Πολιτιστικά – Γλωσσολογικά, Καλλιθέα 1995
Χατζημιχάλη Αγγελική, Η ελληνική λαϊκή φορεσιά, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1978-1983

2) Ιστότοποι:

http://www.agiasoslesvoy.blogspot.com
http://www.ellas2.wordpress.com
http://www.gym-eresou.les.sch.gr
http://www.ellinwnparadosi.blogspot.gr

Advertisements