Η θρησκευτικότητα και το Πάσχα των Ρωμιών στο Ζίλε και το Καρανζορέν Καισάρειας της Καππαδοκίας

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

 

 

Γράφει η Αναστασία Παπάζογλου, πρόεδρος του Μικρασιάτικου Συλλόγου της Νεοκαισάρειας Ιωαννίνων.

 

Το χωριό μου λέγεται Νεοκαισάρεια. Βρίσκεται στο Νομό Ιωαννίνων και δημιουργήθηκε το 1925 από πρόσφυγες που στην πλειονότητά τους, το 98% , κατάγονται από τα χωριά Ζίλε και Καρανζορέν του Μικρού Βερεκίου ( όπως είναι στις καταγραφές του ΚΜΣ),ή Εβερεκ ή Αι Κωστέν ή Ντέβελι όπως λεγεται σήμερα, Καισάρειας της Καππαδοκίας.

 

Η εκκλησία είχε πρωταρχική θέση και η συμμετοχή στις λειτουργίες ήταν με δέος και καθολική συμμετοχή. Η ευλάβεια ήταν δεδομένη και η κατάνυξη μέσα στην εκκλησία ήταν φανερή.

Για την Θρησκευτικότητα των κατοίκων, μας αναφέρει ο κ Ελευθέριος Ιωσηφίδης από το Ζίλε: «Ήμασταν πολύ θρήσκοι στο Ζίλε. Αυτό συνέβαινε όχι μόνο στο χωριό μας, αλλά και σ όλη την Ανατολή. Έτσι βλέπαμε από τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, ακολουθούσαμε το παράδειγμά τους. Επικαλούμασταν πάντα τη θεία βοήθεια, για να μας προστατεύει από τους φίλους. Προσευχόμασταν κάθε πρωί ,κάθε βράδυ. Πηγαίναμε στην εκκλησία, στον Όρθρο, στον εσπερινό. Νηστεύαμε τις Σαρακοστές, νηστεύαμε κάθε Τετάρτη και κάθε Παρασκευή, τρεις μέρες πριν παντρευτεί το ζευγάρι. Στις αρχές της Μεγάλης Σαρακοστής, νηστεύαμε τρεις μέρες συνέχεια. Προσευχόμασταν και στο σπίτι. Είχαμε ξεχωριστό δωμάτιο γι αυτό το σκοπό, το εικονοστάσιο, όπου τοποθετούσαμε τα εικονίσματα. Κάθε οικογένεια είχε οπωσδήποτε το εικόνισμα του οικογενειακού της Άγιου. Εμείς να πούμε είχαμε τη Ζωοδόχο πηγή. Είχε φέρει από την Πόλη ο πατέρας μου το εικόνισμα αυτό, έδειχνε τη Ζωοδόχο πηγή του βαλουκλή. Η μέρα της έρχεται την Παρασκευή της Διακαινησίμου. Τη μέρα που γιόρταζε η εικόνα, πηγαίναμε από βραδύς στην εκκλησία 5 μεγάλους άρτους και ένα μεγάλο ταψί κόλλυβα. Μαγειρεύαμε μπόλικο φαί στο καζάνι και μοιράζαμε στους φτωχούς.»

 

Για την εκκλησία του Καρανζορέν μας λέει ο Ιωάννης Μισαίλογλου: «Η εκκλησία του χωριού ήταν Κοσμά και Δαμιανού των Αναργύρων. Γιόρταζε την πρώτη Νοεμβρίου. Είχε κτιστεί η εκκλησία προτού ακόμα γεννηθώ. Για το χτίσιμο της βοήθησαν οι Τούρκοι αγάδες του Ντέβελι.

Ήταν μεγαλούτσικη εκκλησία. Χωρούσε 400 νοματαίους. Είχε μάκρος 80 μ., φάρδος 50 μ., ύψος 6 μ. Είχε τρούλο με Παντοκράτορα, ήταν χτισμένη με πέτρα και ασβέστη. Είχε γυναικωνίτη με καφασωτό πλέγμα. Το τέμπλο ήταν ξυλόγλυπτο. Στους τοίχους είχε ζωγραφιές αγίων. Τις είχε φτιάξει κάποιος από την Καισάρεια που τον λέγανε Ουστά Γερμανό. Είχε και πολυέλαιο τον είχε φέρει ο παππούς μου από την Πόλη. Υπήρχαν και διάφορα εικονίσματα. Όλα αυτά τα κειμήλια τα είχαμε φέρει μαζί μας. Μερικά χάθηκαν στην Κέρκυρα, τα άλλα βρίσκονται στην Αισύμη της Αλεξανδρούπολης. Η εκκλησία είχε αυλή περιμαντρωμένη. Εκεί είχε ιτιές. Υπήρχε και μικρό καμπαναριό. Κάτω από το γυναικωνίτη είχε πηγάδι, σαν αγίασμα».

Ενώ για την εκκλησία του Ζίλε μας αναφέρει η Ε.Ιωσηφίδης: «Στην εκκλησία είχαμε μια πολύ πλατιά καμπάνα, 540 οκάδες που όταν χτυπούσε, ακουγότανε στο Έβερεκ, κι ας μην είχαμε ψηλό καμπαναριό. Την στείλανε δώρο από την Ρωσία. Είχε μια λουρίδα γύρω γύρω που έγραφε Άγιος Βασίλειος και είχε εκεί εικόνα του. Λέγεται ότι είχε μια οκά χρυσό με το μέταλλο ανακατεμένο. Είχε θεότροπη γλυκιά φωνή. Τη καμπάνα την πήραμε φεύγοντας. Έπρεπε να την μεταφέρει η επιτροπή στην Ελλάδα. Και τον επιτάφιο από την Ρωσία τον στείλανε. Ολόχρυσο. Η ατυχία μας είναι ότι αυτά ποτέ δεν φτιάσανε στο χωριό μας» . Με μαρτυρία του ιδίου η εκκλησία του Ζίλε είχε βακούφια (εκκλησιαστική περιουσία) στην Κωνσταντινούπολη: «Η εκκλησιά μας του Ζίλε, είχε στο Γαλατά και αλλού στην Πόλη βακούφια, δηλαδή κτήματα, μαγαζιά και σπίτια. Διαχειριστής της εκκλησιαστικής περιουσίας ήταν ο Αβραάμ Ντορμούσογλου. Είχε καβάφικο στην Πόλη, πουλούσε έτοιμα υποδήματα. Αυτός φρόντιζε για την αποστολή των χρημάτων. Ήταν επίσης αντιπρόσωπος της εκκλησίας και ο Βασιλάκης Μαυρόπουλος δικηγόρος. Ζει στην Πόλη».

Η Φωτεινή Παπάζογλου μας αναφέρει για αλλά δυο σημεία εκκλησιών: «Στο Ταλάχ Τεπέ σ΄ ένα βράχο μέσα που ήταν σπηλιά ήταν σκαλισμένο το πρόσωπο του Χριστού και πήγαιναν εκεί προσκυνούσαν και άναβαν ένα κερί . Όταν δεν έβρεχε πήγαιναν εκεί με τον παππά και έκαναν παράκληση για να βρέξει και αμέσως ύστερα από την παράκληση έβρεχε…. Στην πλαγιά του βουνού Μπόζ ντάγ ήταν λίγη πρασινάδα. Αυτό το βουνό είχε ύψος 1200 μ . Ανέβαιναν και βοσκούσαν τα ζώα τους. Εκεί ήταν το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία». Βέβαια υπήρχαν και άλλες εκκλησιές στο Ζίλε εκτός από την κεντρική που ήταν του Αγίου Βασιλείου, όπως του Αγίου Γεωργίου που είχε και ιαματικό νερό, της Αγίας Θέκλας. Ο Σίμος Κοιμήσογλου γράφει στο βιβλίο του Καππαδοκία: «κατά τον Λεβίδη, στο χωριό υπήρχαν πολλές αρχαίες εκκλησίες. Μια από αυτές ήταν οι Δώδεκα Απόστολοι που ανακαινίστηκε το 1841. Στη γύρω περιοχή υπήρχαν πολλά μοναστήρια όπως του Προφήτη Ηλία… Φημισμένη ήταν η εκκλησία της Αγίας Θέκλας, υπήρχαν όμως και τα παρεκκλήσια του αγίου Χαραλάμπους και του αγίου Βλασίου». Δεν υπάρχει όμως καμία εκκλησία σήμερα σε αυτό το χωριό, ο μεγάλος μας πόνος και το μόνο παράπονο μας από τους φίλους κατά τα άλλα Ζιλελήδες.

Ο τρίτος εκκλησιαστικός κύκλος του Πάσχα, κατά τον κ. Ελευθέριο Ιωσηφίδη από το Ζίλε, ξεκινούσε από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, την Κυριακή των Αγίων Πάντων.

H καθολική νηστεία για το Πάσχα ξεκινούσε με την τριήμερη αφαγία που ξεκινούσε την Καθαροδευτέρα. Ο Ελευθέριος Ιωσηφίδης αναφέρει: «Την καθαρά Δευτέρα κάναμε γενική καθαριότητα στα σπίτια. Πλέναμε επίσης τα μαγειρικά σκεύη και τα πιατικά, τρίβοντας τα με στάχτη για να καθαριστούν από τα τυχόν υπολείμματα των λιπαρών. Τρεις μέρες συνέχεια, ως την Τετάρτη το μεσημέρι κάναμε απόλυτη νηστεία. Ούτε νερό πίναμε. Οι άντρες ούτε κάπνιζαν. Την Τετάρτη πηγαίναμε στην εκκλησία και μεταλαβαίναμε. Τρώγαμε την προσφορά και όταν γυρίζαμε σπίτι πίναμε λίγο κρασί. Μετά πίναμε μια νηστίσιμη σούπα από πλιγούρι».

ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ (Ε. Ιωσηφίδης): «Βάια παζαρί λέγαμε την Κυριακή των Βαΐων. Από την παραμονή της γιορτής κόβαμε κάτι κλαριά που τα λέγαμε Βάϊα. Ήταν ένα χαμηλό δέντρο που φυτρώνει στις άκρες των τρεχούμενων νερών. Έβγαζε καρπό σαν της τζιτζιφιάς(η δάφνη). Τα Βάϊα τα πηγαίναμε στην εκκλησιά, μετά την απόλυση μας τα μοίραζε ο παππάς. Τα κλωνιά αυτά τα φυλάγαμε στο εικονοστάσι του σπιτιού και όταν αρρώσταινε κανείς ραντίζαμε μ αυτά στο σπίτι αγιασμό. Των Βαΐων τρώγαμε οπωσδήποτε ψάρι, όπως και του ευαγγελισμού. Μας έφερναν ποταμίσια ψάρια έλληνες του Μπεκαρντάς, από το Φραχτίν Ερμαγί».

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΤΗ (Ε. Ιωσηφίδης): «Μπογιουκ Περτσεμπέ λέγαμε τη μεγάλη Πέμπτη. Βάφαμε από το πρωί τα αυγά. Για βαφή χρησιμοποιούσαμε κρεμμυδότσουφλα που έδινε ένα σκούρο καστανό χρώμα. Αργά το απόγευμα χτυπούσε η καμπάνα και πηγαίναμε στην εκκλησία. Σ ένα σακουλάκι βάζαμε βαμμένα αυγά, όσα και τα μέλη της οικογένειας, και ένα ακόμα, σιτάρι, αλάτι, μαγιά. Γράφαμε πάνω στη σακούλα τ’ όνομα μας και τα αφήναμε στον επίτροπο της εκκλησίας. Αυτός τις τοποθετούσε στο παγκάρι και έμεναν εκεί ως τη δεύτερη ανάσταση. Τότε ο καθένας έτρωγε το αυγό του. Το παραπανήσιο το βάζαμε στο εικονοστάσι, όπου έμενε ένα χρόνο, ως το άλλο Πάσχα. Δε χαλούσε ούτε βρωμούσε το αυγό αυτό. Το τρώγαμε. Το αλάτι το βάζαμε στην πιατοθήκη, το σιτάρι στο αμπάρι, τη μαγιά στο ζυμάρι και ζυμώναμε ψωμί. Όλα αυτά για μπερεκέτι. Έφερναν και αρρώστους στην εκκλησία, για ν ακούσουν τα 12 ευαγγέλια, να γίνουν καλά. Όσοι άρρωστοι ήταν βαριά και δεν μπορούσαν να έρθουν, έφερναν τα ρούχα τους στην εκκλησία και τα τοποθετούσαν κάτω από το ευαγγέλιο. Έφερναν και τούρκους αρρώστους στην εκκλησία για ν ακούσουν τα 12 ευαγγέλια. Ον ικί ιντζίλ τα έλεγαν».

Από τη μαρτυρία της Φωτεινής Παπάζογλου από το Ζίλε : «Σαν αδέρφια ζούσαμε με τους Τούρκους. Γεωργοί ήταν, οι πιο πολλοί πήγαιναν στην Πόλη. Την θρησκεία μας την σέβονταν. Κάποτε μια νύφη τούρκισα ήταν άρρωστη και την έφεραν την Μεγάλη Πέμπτη στην εκκλησία, κι όταν ο παππάς διάβαζε τα 12 ευαγγέλια, εκείνη έσκυψε κάτω και διαβάστηκε, κι ύστερα έγινε καλά. Οι τουρκάλες πήγαιναν στον παππά και τις διάβαζε.»

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ (Ε. Ιωσηφίδης): «Μπογιούκ τζουμαά λέγαμε τη Μεγάλη Παρασκευή. Δεν δουλεύαμε εκείνη τη μέρα, είχαμε πένθος για το θάνατο και την ταφή του Χριστού. Χτυπούσαν πένθιμα οι καμπάνες της εκκλησίας. Λέγαμε ότι, οι άγγελοι από το πένθος τους δεν τα τινάζανε τα φτερά τους εκείνη τη μέρα. Τα παιδιά του σχολείου έτρεχαν στα χωράφια και στα βουνά και μάζευαν άγρια λουλούδια της εποχής, ζουμπούλια και τσιγντέμια. Τα πήγαιναν στον παππά της εκκλησίας και αυτός τα έβαζε πάνω στον επιτάφιο. Κουβούκλιο δεν υπήρχε στην εκκλησία. Τον Επιτάφιο τον έβαζαν πάνω σε τραπέζι τοποθετημένο στο κέντρο της εκκλησίας. Όλο το χωριό περνούσε απ εκεί να προσκυνήσει. Τα παιδιά χώνονταν κάτω απ το τραπέζι και περνούσαν απ την άλλη μεριά για να χουν τη υγειά τους. Έρχονταν και τουρκόπουλα της γειτονιάς , για να περάσουν κάτω από τον επιτάφιο. Τα εγκώμια της Παναγίας, δηλαδή τον επιτάφιο θρήνο, τον ψάλλαμε παιδιά του σχολείου, αγόρια και κορίτσια, στην εκκλησία, ελληνικά και τούρκικα. Η περιφορά του επιταφίου γινόταν στην αυλή της εκκλησίας το βράδυ. Ο παππάς μετά μοίραζε από τα λουλούδια του επιταφίου. Ο κόσμος τα τοποθετούσε τα λουλούδια αυτά στο εικονοστάσι του σπιτιού. Τη Μεγάλη Παρασκευή έμπαιναν οι χανούμισσες με τα παιδιά τους στην εκκλησιά (αυτές που κάθουνταν εκεί κοντά στη γειτονιά) και περνούσαν κάτω από τον Επιτάφιο, γιατί το θεωρούσαν καλό».

ΠΑΣΧΑ (Ε. Ιωσηφίδης): «Πασκαλιά λέγαμε το Πάσχα. Μεσάνυχτα χτυπούσαν οι καμπάνες και όλοι πηγαίναμε στην εκκλησία. Όταν έλεγε ο παππάς το «χριστός Ανέστη» χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες της εκκλησίας. Οι μεγάλοι πυροβολούσαν, τα παιδιά έκαιγαν πυροτεχνήματα. Βγάζαμε ένα απ τα δύο αυγά που είχαμε στην τσέπη μας και το τσουγγρίζαμε, ύστερα το τρώγαμε . Το άλλο αυγό το δίναμε στον παππά, όταν ασπαζόμασταν το εικόνισμα της Ανάστασης. Ερχόμασταν σπίτι, μετά την απόλυση της εκκλησίας φιλιόμασταν, λέγαμε ο ένας του αλλουνού «Χριστός Ανέστη!, « Αληθώς Ανέστη!» τρώγαμε σούπα, αυγά και κοιμόμασταν. Το πρωί στους μαχαλάδες τα παιδιά κρατώντας στα χέρια αναμμένη τη λαμπάδα από το ένα χέρι, τσούγγριζαν μεταξύ τους κόκκινα αυγά. Έρχονταν στα σπίτια μας παιδιά των τούρκων , φιλούσαν τα χέρια μας , μας έλεγαν «τσόκ σενελερε»(χρόνια πολλά) και τους δίναμε κόκκινα αυγά. Τσούγγριζαν κι αυτά με τα ελληνόπουλα. Όποιος έσπαγε το αυγό του αλλουνού, το κέρδιζε. Το μεσημέρι χτυπούσαν πάλι οι καμπάνες και πηγαίναμε στην εκκλησιά για τη Δεύτερη Ανάσταση. Διάβαζαν το ευαγγέλιο σε 3-4 ξένες γλώσσες. Ασπαζόμασταν το χέρι του παπά και του δίναμε από ένα κόκκινο αυγό. Παίρναμε και από το παγκάρι της εκκλησίας και το σακουλάκι που είχαμε αφήσει εκεί από την Μεγάλη Πέμπτη. Μετά άρχιζε στην αυλή της εκκλησίας ο χορός του Πάσχα. Οι γυναίκες πιασμένες χέρι με χέρι, χόρευαν τον κυκλικό χορό που λεγόταν αλάι. Χόρευαν και καρσιλαμάδες. Για μουσική έπαιζαν ντέφι αυτό έδινε το ρυθμό του χορού. Πάνω στο χορό τραγουδούσαν οι γυναίκες λυπητερό τραγούδι, το «πασκαλιά σαβμασί»(ξεπροβόδισμα του Πάσχα). Δε θυμάμαι τα λόγια του τραγουδιού. Πάντως γινόταν παρομοίωση της ξενιτιάς με το Πάσχα. Όπως ήρθε το Πάσχα, έλεγε το τραγούδι, έτσι να ρθει και ο ξενιτεμένος μου απ την Πόλη».

Για τις σχέσεις με τους Τούρκους Ο Ε. Ιωσηφίδης αναφέρει: « Οι Τούρκοι μας, έτρεφαν θαυμασμό και σεβασμό στη χριστιανική θρησκεία. Το Πάσχα δίναμε στους Τούρκους φίλους μας κόκκινα αυγά. Από τις ετοιμασίες που κάναμε, από τις λειτουργίες στην εκκλησία, καταλάβαιναν ότι πλησιάζει η γιορτή. Ήθελαν να τους δώσουμε κόκκινα αυγά, γιατι έλεγαν: «κιρμιζι γιουμουρτανίν καπιγι γερέ ντουσμεσι, γιαζ γκελμεζ», δηλαδή: αν δεν πέσει καταγής το τσόφλι του κόκκινου αυγού, δεν έρχεται το καλοκαίρι. Παίζαμε αυγά με τα παιδιά των Τούρκων. Τους έδιναν κόκκινα αυγά από τα χριστιανικά σπίτια. Τσουγγρίζαμε μαζί τους. Όποιος έσπαγε το αυγό του αλλουνού, το κέρδιζε».

H Φωτεινή Παπάζογλου λέει : «Σαν αδέρφια ζούσαμε με τους Τούρκους. Γεωργοί ήταν, οι πιο πολλοί πήγαιναν στην Πόλη. Την θρησκεία μας την σέβονταν».

Ενώ η μαρτυρία του Ι. Μισαίλογλου από το Καράνζορεν: « Καλά περνούσαμε με τους Τούρκους. Με όλη την περιφέρεια, είχαμε καλή φιλία. Είχαν σέβας στη θρησκεία μας. Έλεγαν οι χοτζάδες τους να μην πειράξουν τη θρησκεία μας. Έρχονταν οι τούρκοι στην εκκλησία, στρέφονταν κατά το Νότο, όπου είναι η Μέκκα και άκουγαν με ευλάβεια τη λειτουργία. Μετά έπαιρναν και έτρωγαν αντίδωρο. Έβαζαν τον παππά μας να γράψει σε ένα χαρτί ευχές. Ύστερα πήγαιναν στο χωριό τους και το έδεναν στο λαιμό των αρρώστων τους, για φυλαχτό».

Για την γλώσσα που μιλούσαν μας αναφέρει ο Ι. Μισαήλογλου

«Τούρκικα μιλούσαμε. Κι αυτοί που η καταγωγή τους ήταν απ το Ακντάγ Μαντέν, κι αυτοί τούρκικα μιλούσαν. Στη εκκλησιά, η λειτουργία γινόταν ελληνικά. Αλλά, ούτε ο παπάς, ούτε εμείς καταλαβαίναμε τη σημασία των όσων ακούγαμε. Τον Απόστολο και το ευαγγέλιο , απευθείας ελληνικά τα διάβαζε ο παππάς , χωρίς να καταλαβαίνει τίποτε. Ύστερα, από άλλο βιβλίο τα διάβαζε τούρκικα. Στο σχολείο, πάλι τούρκικα διδασκόμαστε, από βιβλία ελληνικά. Μαθαίναμε να γράφουμε και να διαβάζουμε από βιβλίο γραμμένο με ελληνικά γράμματα. Δεν καταλαβαίναμε όμως τίποτε. Ο δάσκαλος μας εξηγούσε τούρκικα, αυτά που διαβάζαμε ελληνικά. Οι Αρμένηδες του χωριού μας ήταν τουρκόφωνοι. Ξέρανε και αρμένικα, γιατί είχαν δικό τους σχολείο. Μαζί τους μιλούσαμε τούρκικα. Όταν θέλανε να πούνε κάτι μυστικό από μας, μιλούσαν μεταξύ τους αρμένικα» .

ΓΙΑ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ (Ε. Ιωσηφίδης): «Για τις ψυχές ξέραμε ότι έρχονται το Πάσχα και έφευγαν της Πεντηκοστής. Αυτό ίσχυε και για τις αθώες και για τις αμαρτωλές ψυχές. Από τον ουρανό κατέβαιναν οι ψυχές στη γη και γύριζαν ελεύθερα πενήντα μέρες . Δεν καίγονται στην κόλαση το διάστημα αυτό οι αμαρτωλές ψυχές. Η Παναγιά παρακαλούσε το Χριστό να τις αφήσει λεύτερες. Στο διάστημα αυτών των 50 ημερών, ως της Πεντηκοστής, κάθε Σάββατο κάναμε κόλλυβα και τα στέλναμε στην εκκλησία, για τις ψυχές των αποθαμένων μας. Επίσης κάναμε μνημόσυνα, μοιράζαμε στους φτωχούς φαγητά και είδη ρουχισμού. Τη γιορτή της Πεντηκοστής τη λέγαμε Μπαιράμ ελλισί (τα πενήντα του Πάσχα)»

ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΉΣ (Ε. Ιωσηφιδης): «Πασκαλιανίν ελλισί ή μπαιράμ ελλισί λέγαμε της Πεντηκοστής, δηλαδή πενήντα του Πάσχα αναφέρει ο Ελευθέριος Ιωσηφίδης. Εκείνη τη μέρα πηγαίναμε στην εκκλησία και γονατίζαμε. Γι αυτό τη λέγαμε επίσης τη γιορτή αυτή Ντίζ γιχιμί, δηλαδή της γονυκλισιάς. Γονατιστοί στην εκκλησία παρακαλούσαμε το Θεό να μας στείλει το Άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίσει, όπως φώτισε τους αποστόλους. Την παραμονή της γιορτής κάναμε κόλλυβα και τα στέλναμε στην εκκλησία, γιατί έφευγαν οι ψυχές. Γύριζαν πάλι στα λημέρια τους, στους ουρανούς, (οι κακές ψυχές στη φυλακή τους) ύστερα από τη πενηντάμερη περιπλάνησή τους στη γη».

Σίγουρα η θρησκευτικότητα των ανθρώπων της πρώτης γενιάς ήταν εντυπωσιακή για τα σημερινά δεδομένα, αφού είχαν την θρησκεία σαν πρώτο μέλημα στην ζωή τους. Σε μαρτυρία πάλι από το ΚΜΣ, στο βιβλίο Έξοδος, βλέπουμε ότι δεν μπορούσαν οι άντρες να εννοήσουν ότι θα βρίσουν τα θεια. Και μένανε έκπληκτοι όταν άκουγαν στο καράβι που τους εφερνε από την πατρίδα το 1924, τους ναύτες να βρίζουν τα θεία. Η μαρτυρία του Ελευθέριου Ιωσηφίδη μας λεει: «Ο καπετάνιος ήταν καλός και το πλήρωμα καλό. Όμως βρίζονταν μεταξύ τους: “ .. το Χριστό σου, την Παναγιά σου!” Τι φοβερά που μας φάνηκαν αυτά τα λόγια τους! Να ακούμε από το στόμα Ελλήνων χριστιανών τέτοια αισχρά πράγματα. Οι Τούρκοι που ήταν Τούρκοι , δεν τολμούσαν να βρίζουν τη θρησκεία μας. Όταν μάλιστα βριζόμασταν μεταξύ μας στο Ζίλε, οι Τούρκοι μας, επέμβαιναν και μας μάλωναν. Και τώρα να βρίζουν τη θρησκεία μας, ποιοι; οι Έλληνες!…» Από την άλλη η Ρωμιά από το Ζίλε αλλά και γενικά από την Καππαδοκία , ήταν βαθιά θρησκευόμενη. Οι γυναίκες της πρώτης γενιάς στο χωριό μου, τηρούσαν το μοναστηριακό τυπικό προσευχής. Από τη μαρτυρία της Τασούλας Τόλια 83 ετών σήμερα, δεύτερης γενιάς, ανέφερε ότι η Θετή μαμά της, η Φωτεινή Παπάζογλου ή αλλιώς Καραμάνα, ξυπνούσε στις 4 τα ξημερώματα, έβαζε ένα ποτήρι νερό δίπλα της και διάβαζε τα λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία που ήταν γραμμένα στην καραμανλίδικη γραφή, και όταν ξυπνούσαν τα παιδιά της έλεγε: «πιέστε, είναι αγίασμα παιδιά μου». Δεν σταμάτησε ούτε μια μέρα μέχρι το θάνατο της να διαβάζει και καθ όλη τη διάρκεια της ημέρας σε σταθερές ώρες κάθε φορά, ενώ στα γεράματα της σχεδόν καθ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Καθ’ ομολογία της Τασούλας ο σεβασμιότατος Δεσπότης κ. Σεβαστιανός τη δεκαετία του 1980 που ήταν συχνά μαζί της στο γηροκομείο της Κόνιτσας έλεγε: «Αυτό που φορώ στο κεφάλι μου, δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτή τη γυναίκα». Στο κεφάλι της η πρώτη γενιά όταν ήρθε, φορούσε δυο μαντήλια σαν την Παναγιά. Ένα να κρύβει τα μαλλιά της ή τεπελίκι (μικρό μοναστηριακό καπέλο), και το άλλο να πέφτει ελεύθερο ή κάτω από το πιγούνι της ή κάλυπτε και το πιγούνι.

Όλες οι καταγραφές έγιναν από το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών γύρω στα 1960.Ενα μεγάλο ευχαριστώ, για τη σπουδαία προσφορά αυτή της γνώσης των παραδόσεων μας, με την ευχή να προσπαθήσουμε όλοι ,ώστε αν κάποιες έχουν χαθεί,να μας γίνουν βίωμα ξανά. Καλή Ανάσταση σε όλους.

Αναστασία Παπάζογλου

 

Advertisements