Παραλογές

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

 

Η πρώτη κατηγορία λοιπόν με την οποία θα ασχοληθούμε είναι οι Παραλογές. Ο χαρακτήρας τους είναι αφηγηματικός και η κατάληξή τους συνήθως δυσάρεστη. Υπάρχει επικό πλάτος, όπως επίσης λυρικά και δραματικά χαρακτηριστικά. Πολλές φορές κάποια τραγούδια αυτού του είδους παρουσιάζουν συμφυρμούς, κυρίως με τα τραγούδια από τον ακριτικό κύκλο. Ο λόγος είναι η παλαιότητα του είδους των παραλογών, καθώς και ο μυθικός τους χαρακτήρας. Συνήθης θεματολογία ήταν η αγάπη, αδερφική ή συζυγική, ο έρωτας, ενίοτε όμως και σκληρές καταστάσεις και διλήμματα σαν το Γεφύρι της Άρτας, ιστορίες με δράκους και στοιχειά, στοιχειωμένους ανθρώπους, γεγονότα από την κοινωνική ζωή όπως απιστίες, άτυχοι γάμοι κι έρωτες, οικογενειακές δυσκολίες, αφηγήσεις που αφορούν την εθνική μας ζωή κ.ά. Είναι θέματα που αγγίζουν τον κόσμο, διότι είναι κοντινά στην κοινωνική εμπειρία του καθενός.

Το δραματικό στοιχείο προκαλεί τον φόβο και τον έλεο του ακροατή, χωρίς όμως να επιδιώκεται ηθική κάθαρση, όπως σε μια αρχαία τραγωδία. Σύμφωνα με τον Fauriel, σε αυτό το είδος εκδηλώνεται η λαϊκή φαντασία σε όλο της το μεγαλείο, ενώ σύμφωνα με τον Goethe το επικό, λυρικό και το δραματικό στοιχείο εμφανίζονται ταυτόχρονα.

Σχετικά με την γέννηση του είδους, ο Στ. Κυριακίδης θεωρεί ότι ότι προέρχεται από το θέατρο της όψιμης αρχαιότητας. Ο λόγος γίνεται για τον τραγικό παντομίμο, είδος που άνθισε τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες και είχε μυθικές υποθέσεις, όπως κι οι παραλογές. Η ιστορική σύνδεση των δυο ειδών φανερώνεται κι από την λέξη παραλογή, η οποία προέρχεται από την αρχαία λέξη παρακαταλογή, δηλαδή μελοδραματική απαγγελία με συνοδεία οργάνου. Σε κυπριακά τραγούδια συναντάμε τον χαρακτηρισμό περιλοή. Οι νεώτερες παραλογές τραγουδιούνται με μελωδία σύμφωνη με το ύφος της μουσικής απαγγελίας.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραλογών που προ αναφέρθηκε, μπορούμνε να χωρίσουμε το είδος αυτό σε πέντε υποκατηγορίες: α) εκείνα που περιγράφουν λαϊκές δοξασίες και παραμύθια, β) εκείνα που μιλάνε για οικογενειακή ζωή, γ) ερωτικές ιστορίες και γάμοι, δ) ιστορίες από τον εθνικό βίο και ε) περιστατικά από την ζωή των ναυτών κ.ά. Ορισμένα πολύ γνωστά τραγούδια του είδους είναι τα παρακάτω:

ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

Στίχοι:

Μάννα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κ’ ήλιος δε σου την είδε!
‘Σ τα σκοτεινά την έλουζε, ‘ς τάφεγγα τη χτενίζει,
‘ς τάστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά ‘ς τα ξένα.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι’ ο Κωσταντίνος θέλει.
“Μάννα μου, κι’ ας τη δώσωμε την Αρετή ‘ς τα ξένα,
‘ς τα ξένα κει που περπατώ, ‘ς τα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμ’ εμείς ‘ς την ξενιτειά, ξένοι να μην περνούμε.
-Φρόνιμος είσαι, Κοισταντή, μ’ άσκημα απιλογήθης.
Κι’ α μόρτη, γιε μου, θάνατος, κι’ α μόρτη, γιε μου, αρρώστια,
κι’ αν τύχη πίκρα γη χαρά ποιος πάει να μου τη φέρη;
-Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχη κ’ έρτη θάνατος, αν τύχη κ’ έρτη αρρώστια,
αν τύχη πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω.”
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή ‘ς τα ξένα
κ’ εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες ωργισμένοι
κ’ έπεσε το θανατικό, κ’ οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάννα μοναχή σαν καλαμιά ‘ς τον κάμπο.
‘Σ όλα τα μνήματα έκλαιγε, ‘ς όλα μοιρολογειώταν,
‘ς του Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της.
“Ανάθεμα σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξώριζες την Αρετή ‘ς τα ξένα!
το τάξιμο που μού ταξες, πότε θα μου το κάμης;
Τον ουρανό βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχη πίκρα γη χαρά να πας να μου τη φέρης.”
Από το μυριανάθεμα και τη βαρειά κατάρα,
η γης αναταράχτηκε κι’ ο Κωσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τάστρο χαλινάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.
Βρίσκει την κ’ εχτενίζουνταν όξου ‘ς το φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι’ από κοντά της λέγει.
“Άϊντε αδερφή, να φύγωμε, ‘ς τη μάννα μας να πάμε.
Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
“Αν ίσως κ’ είναι για χαρά, να στολιστώ και νά ρθω,
κι’ αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα νά ρθω.
-Έλα, Αρετή, ‘ς το σπίτι μας, κι’ ας είσαι όπως και αν είσαι.”
Κοντολυγίζει τάλογο και πίσω την καθίζει.

‘Σ τη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαϊδούυσαν,
δεν κιλαϊδουσαν σαν πουλιά, μήτε σα χελιδόνια,
μόν’ κιλαϊδουσαν κ’ έλεγαν ανθρωπινή ομιλία.
“Ποιός είδε κόρη νόμορφη να σέρνη ο πεθαμένος!
-Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Πουλάκια είναι κι’ ας κιλαϊδούν, πουλάκια είναι κι’ ας λένε.”
Και παρεκεί που πάγαιναν κι’ άλλα πουλιά τους λένε.
“Δεν είναι κρίμα κι’ άδικο, παράξενο, μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους!
-Άκουσες, Κωσταντϊνε μου, τί λένε τα πουλάκια;
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους.
-Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλευουν.
-Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιαΐς μυρίζεις.
-Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα ‘ς τον άη Γιάννη,
κ’ εθυμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι.”
Και παρεμπρός που πήγανε, κι’ άλλα πουλιά τους λένε.
“Για ίδες θάμα κι’ αντίθαμα που γίνεται ‘ς τον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνη ο πεθαμένος!”
Τάκουσε πάλι ή Αρετή κ’ ερράγισε ή καρδιά της.
“Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
-Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι’ ό,τι κι’ α θέλ’ ας λέγουν.
-Πες μου, που είναι τα κάλλη σου, και πού είν’ η λεβεντιά σου,
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τόμορφο μουστάκι;
-Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου.”

Αυτού σιμά, αυτού κοντά ‘ς την εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά ταλόγου του κι’ απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι’ ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.
Κινάει και πάει η Αρετή ‘ς το σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμμένα
βλέπει τον μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαϋρο,
βλέπει μπροστά ‘ς την πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
“Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι’ αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι’ αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω,
κ’ η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά ‘ς τα ξένα.
-Σήκω, μαννούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκεία μου μάννα.
-Ποιος εϊν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάννα;
-Άνοιξε, μάννα μου, άνοιξε κ’ εγώ είμαι η Αρετή σου.”

Κατέβηκε, αγκαλιάστησαν κι’ απέθαναν κ’ οι δύο.

ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ

Στίχοι:

Σαράντα πέντε μάστοροι κ’ εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι νεθεμέλιωναν ‘ς της Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες.
“Αλίμονο ‘ς τους κόπους μας, κρίμα ‘ς τοις δούλεψαίς μας,
ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμειέται.”
Πουλάκι εδιάβη κ’ έκατσε αντίκρυ ‘ς το ποτάμι,
δεν εκελάιδε σαν πουλί, μηδέ σα χιλιδόνι,
παρά εκελάιδε κ’ έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα.
“Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
πόρχεται αργά τ’ αποταχύ, και πάρωρα το γιόμα.”

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί ταηδόνι:
Αργά ντυθή, αργά αλλαχτή, αργά να πάη το γιόμα,
αργά να πάη και να διαβή της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε, κι’ αλλιώς επήγε κ’ είπε:
“Γοργά ντυσου, γοργά αλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβής της Άρτας το γιοφύρι.”

Νά τηνε κ’ εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.
Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι’ από κοντά τους λέει.
“Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας κ’ είναι βαργωμισμένος;
-Το δαχτυλίδι τόπεσε ‘ς την πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπη και ποιος να βγη το δαχτυλίδι νά βρη;
-Μάστορα, μην πικραίνεσαι κ’ εγώ να πα ‘σ’ το φέρω,
εγώ να μπω, κ’ εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά βρω.”

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ ‘ς τη μέσ’ επήγε,
“Τραύα, καλέ μ’, τον άλυσο, τραύα την αλυσίδα,
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα καί τίποτες δεν ηύρα.”
Ένας πιχάει με το μυστρί, κι’ άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι’ ο πρωτομάστορας και ρήχνει μέγα λίθο.

“Αλίμονο ‘ς τη μοίρα μας, κρίμα ‘ς το ριζικό μας!
Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κ’ οι τρεις κακογραμμέναις,
η μιά χτισε το Δούναβη, κ’ η άλλη τον Αφράτη
κ’ εγώ η πιλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμη το γιοφύρι,
κι’ ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάταις.

-Κόρη το λόγον άλλαξε, κι’ άλλη κατάρα δώσε,
πόχεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχη και περάση”.
Κι’ αυτή το λόγον άλλαξε, κι’ άλλη κατάρα δίνει.
“Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι’ αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάταις,
τι έχω αδερφό ‘ς την ξενιτειά, μη λάχη και περάση.”

 

 

Ανδρέας Χανιώτης, Μουσικός -Απόφοιτος Τμήματος Μουσικών Σπουδών ΕΚΠΑ

ΠΗΓΕΣ:
Π.Δ. Μαστροδημήτρης, Η ποίηση του Νέου Ελληνισμού, Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1994

Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, Αθήνα 1975.

Eρατ. Γ. Καψωμένος, Δημοτικό τραγούδι – Μια διαφορετική προσέγγιση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1999 (5η έκδοση).

Γρηγ. Μ. Σηφάκης, Για μια ποιητική του Δημοτικού τραγουδιού, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης Ηράκλειο 1998.

Σωκρ. Λ. Σκαρτσής, Το δημοτικό τραγούδι, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1985.

Πρακτικά Τέταρτου Συμποσίου Ποίησης, Αφιέρωμα στο Δημοτικό τραγούδι, Πανεπιστήμιο Πατρών, Ιούλιος 1984, Γνώση, Αθήνα, 1985.

http://www.tsouchlarakis.com/tragoudia.htm—

 

Advertisements