Κλέφτικα

 

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

 

Ως τρίτη κατηγορία θα αναφέρουμε τα Κλέφτικα. Αυτά από κάποιους θεωρούνται υποσύνολο των ιστορικών τραγουδιών. To ίδιο συμβαίνει και με τα Ακριτικά τραγούδια.

Τα κλέφτικα εμφανίστηκαν ύστερα από τον 16ο αιώνα, με λιτή δομή και χωρίς πλατειασμούς. Είναι είδος αντιπροσωπευτικό του εθνικού μας φρονήματος. Έχουν ομοιότητες με τα Ακριτικά (απέπνεαν το ίδιο ηρωικό πνεύμα). Παρόλα αυτά, οι περιγραφές τους είναι πολύ πιο απλές και μιλάνε για απλούς λαϊκούς ήρωες με σπαθιά και ντουφέκια. Δεν περιγράφονται υπεράνθρωποι με υπερφυσικές ιδιότητες. Μία ακόμα διαφορά τους έιναι ότι τα Ακριτικά μιλάνε για την απόκρουση του εχθρού, ενώ τα κλέφτικα για την απελευθέρωση από τον τυραννικό ζυγό. Εκφράζουν την άρνηση της μοιρολατρίας και της δουλείας. Δημιουργήθηκαν από όσους ανέβηκαν στο βουνό προκειμένου να αποφύγουν τα καθημερινά εγκλήματα και ατιμώσεις των Τούρκων. Ένα τυπικό δείγμα είναι το παρακάτω:

 

 

 

ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΙΝΑΣ

 

 

 

Στίχοι:

Εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόπουλα, (δις)
παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα,
παιδιά της Σαμαρίνας κι ας είστε λερωμένα.

Σαν πάτε πάνω μωρέ στα βουνά, (δις)
ψηλά στη Σαμαρίνα, μωρέ παιδιά καημένα,
ψηλά στη Σαμαρίνα, κι ας είστε λερωμένα.

Τουφέκια να μωρέ μην ρίξετε, (δις)
τραγούδια να μην πείτε, μωρέ παιδιά καημένα,
τραγούδια να μην πείτε, κι ας είστε λερωμένα.

Να μην τ’ ακούσει μωρέ η μάνα μου, (δις)
κι η δόλια η αδελφή μου, μωρέ παιδιά καημένα,
κι η δόλια η αδελφή μου, κι ας είστε λερωμένα.

Και βγουν στη στράτα μωρέ να σας δουν, (δις)
και ’ρθουν και σας ρωτήσουν, μωρέ παιδιά καημένα,
και ’ρθουν και σας ρωτήσουν, κι ας είστε λερωμένα.

Μην πείτε πως μωρέ λαβώθηκα, (δις)
βαριά για να πεθάνω, μωρέ παιδιά καημένα,
βαριά για να πεθάνω, κι ας είστε λερωμένα.

Να πείτε πως μωρέ παντρεύτηκα, (δις)
πήρα καλή γυναίκα, μωρέ παιδιά καημένα,
πήρα καλή γυναίκα, κι ας είστε λερωμένα.

Την πέτρα έχω μωρέ πεθερά, (δις)
τη μαύρη γης γυναίκα, μωρέ παιδιά καημένα,
τη μαύρη γης γυναίκα, κι ας είστε λερωμένα.

Κι αυτά τα μωρέ λιανολίθαρα, (δις)
αδέρφια και ξαδέρφια, μωρέ παιδιά καημένα,
αδέρφια και ξαδέρφια, κι ας είστε λερωμένα.

 

Για να καταλάβουμε καλύτερα το πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκε αυτό το είδος μουσικής, πρέπει να περιγράψουμε την κοινωνία που το δημιούργησε. Σχηματίστηκε λοιπόν μια κοινωνία ανθρώπων πάνω στα βουνά, ελεύθερων σκλάβων στην ουσία. Η ζωή τους ήταν γεμάτη κινδύνους και στερήσεις. Ονομάστηκαν κλέφτες λόγω των ληστρικών επιθέσεων που έκαναν, κυρίως εναντίον των Τούρκων. Αυτές τις επιθέσεις τις έκαναν για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία για την διαβίωσή τους.

Οι Τούρκοι πάντα συνήθιζαν να παρουσιάζουν τους αγωνιστές της ελευθερίας ως κλέφτες. Τον 16ο αιώνα έτσι ονόμασαν όσους Έλληνες ανέβηκαν στα βουνά. Συγκρότησαν λοιπόν οι Τούρκοι στρατιωτικά σώματα για την προστασία της τάξης και των συγκοινωνιών. Είχε ανατεθεί η φύλαξη των στενών περασμάτων σε επίορκους Έλληνες οπλαρχηγούς. Η χώρα χωρίστηκε σε περιφερειες, κάθε μία από τις οποίες βρισκόταν υπό την ευθύνη ενός Έλληνα καπετάνιου. Αυτοί οι καπετάνιοι ονομάστηκαν αρματωλοί και οι περιοχές τους αρματωλίκια.

Oι αρματωλοί στρατολογούνταν από τις τάξεις των κλεφτών. Ήταν παλιότεροι κλέφτες τους οποίους οι Τούρκοι έπαιρναν με το μέρος τους. Για να τους κερδίσουν με το μέρος τους, τους έδιναν προνόμια και φοροαπαλλαγές. Κάποιες φορές όμως οι αρματωλοί διαφωνούσαν με τους Τούρκους κι επανέρχονταν στην κλέφτικη ζωή. Είχαν λοιπόν οι αρματωλοί διπλή ταυτότητα κατά μια έννοια. Για αυτήν τους την αστάθεια δεν σταθεροποιήθηκαν ως θεσμός στην συνείδηση της Τουρκικής εξουσίας.

Πολλές φορές οι αρματωλοί, θέλοντας να επιβάλλουν τάξη ως όργανα του Οθωμανικού κράτους, δρούσαν κι εναντίον των παρανομιών που έκαναν οι Τούρκοι σε βάρος του Χριστιανικού στοιχείου. Στρέφονταν εναντίον του Πασά και των αυθαιρεσιών του. Έτσι έπεφταν στη δυσμένειά του Πασά. Πολλά πρόσωπα λοιπόν βρίσκονταν σε μια ρευστή κατάσταση μεταξύ κλέφτη και αρματωλού.

Συνοψίζουμε λοιπόν τα χαρακτηριστικά της κλέφτικης ζωής: αγώνας, στερήσεις, κίνδυνοι, αναμετρήσεις με τους κατακτητές. Σε αυτό το πνεύμα δημιουργήθηκε το εν λόγω μουσικό είδος. Οι  περιοχές που άνθισε ήταν εκείνες της Ηπειρωτικής Ελλάδας, από την Πελοπόννησο ως τη Μακεδονία.  Τα τραγούδια του είδους αυτού περιγράφουν ήρωες με βαθειά συνείδηση της ανάγκης για λύτρωση από τον τυραννικό ζυγό. Το κείμενο τους δεν είναι απλώς μια ιστορική αφήγηση. Είναι απεικόνιση της ψυχικής κατάστασης των ηρώων, της ιδιοσυγκρασίας ενός ολόκληρου λαού. Αποφεύγονται λοιπόν οι λεπτομέρειες που αφορούν τον τόπο και τον χρόνο, καθώς λειτουργούν περιοριστικά για τις περιγραφές ψυχικών καταστάσεων.

Σύμφωνα με τον Π. Σπανδωνίδη, έχουμε τέσσερις υποκατηγορίες των κλέφτικων τραγουδιών : α) της πολεμικής ζωής, τα οποία μιλάνε για τις μάχες των κλεφτών, β) της ληστρικής ζωής, όπου γίνεται λόγος για τις αρπαγές που εξ’ ανάγκης έκαναν οι πρωταγωνιστές των τραγουδιών, γ) της βασανισμένης ζωής, όπου περιγράφεται η κούραση που αφήνει ο κλέφτικος βίος και δ) της ερωτικής ζωής. Το τελευταίο είδος μιλάει για καταστάσεις που αποτελούσαν πραγματικά μικρό μέρος της ζωής ενός κλέφτη.

Κατά τον Γ. Κ. Σπυριδάκη, οι υποκατηγορίες του κλέφτικου τραγουδιού είναι:

α) εκείνα που μιλάνε για γεγονότα της δράσεως των κλεφτών, όπως κατορθώματα, τραγικό τέλος κλπ. Π.χ.

 

 

 

 

 

ΤΟΥ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ

 

 

Στίχοι:

 

Τι νά ναι ο αχός που γίνεται κ’ η ταραχή η μεγάλη,
‘ς τη μέση ‘ς το Κεράσοβο και ‘ς τη μεγάλη χώρα;
Ο Μπουκουβάλας πολεμάει με τους Μουσουχουσαίους.
Πέφτουν τα βόλια σα βροχή, και τα βουνά βογγάνε.
Κ’ ένα πουλάκι φώναξε ναπό ψηλό κλαράκι.
“Πάψε, Γιάννη μ’, τον πόλεμο, πάψε και το τουφέκι,
να κατακάτση ο κουρνιαχτός, να σηκωθή η αντάρα,
να μετρηθή κ’ η κλεφτουριά, να μετρηθή τασκέρι.”
Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φοραίς και λείπουν πεντακόσιοι,
μετριούνται τα κλεφτόπουλα και λείπουν τρεις λεβένταις.

 

 

 

 

 

ΤΟΥ ΓΕΡΟ – ΝΟΤΑΡΑ

 

 

Στίχοι:

 

Θέλ’τε να ιδείτε κλάμματα

ν’ ακούστε μοιριολόγια;

περάστε απ’ το Αιτωλικό.

 

Περάστε απ’ το Αιτωλικό

κι από το Μεσολόγγι,

που κλαίει ο γέρο – Νοταράς.

 

που κλαίει ο γέρο – Νοταράς

στου Μπότσαρη το μνήμα

γονατιστός παιδιά μ’ τον έκλαιγε.

 

 

 

 

 

ΤΟΥ ΝΙΚΟΤΣΑΡΑ

 

 

Στίχοι:

 

Τι έχουν της Ζίχνας τα βουνά και στέκουν μαραμμένα;
Μήνα χαλάζι τα βαρεί, μήνα βαρύς χειμώνας;
Ουδέ χαλάζι τα βαρεί, ουδέ βαρύς χειμώνας,
ο Νικοτσάρας πολεμάει, με τρία βιλαέτια,
τη Ζίχνα και το Χάντακα, το έρημο το Πράβι.
Τρεις μέραις κάνει πόλεμο, τρεις μέραις και τρεις νύχτες,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στο μάτι.
Χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν.
Τα παλληκάρια φώναξε ‘ς τοις τέσσερες ο Νίκος.
“Ακούστε, παλληκάρια μου, λίγα κι’ αντρειωμένα,

βάλτε τσελίκι ‘ς την καρδιά και σίδερο ‘ς τα πόδια,
κι’ αφήστε τα τουφέκια σας και βγάλτε τα σπαθιά σας,
γιρούσι για να κάμωμε να φτάσωμε το Πράβι.”
Το δρόμο πήραν σύνταχα κ’ έφτασαν ‘ς το γιοφύρι,
ο Νίκος με το δαμασκί την άλυσό του κόφτει,
φεύγουν οι Τούρκοι σαν τραγιά, πίσω το Πράβι αφήνουν.

 

 

ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ

 

 

 

 

Στίχοι:

 

Λάμπουν τα χιόνια ‘ς τα βουνά κι’ ο ήλιος ‘ς τα λαγκάδια
λάμπουν και ταλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
πόχουν τασήμια τα πολλά, τοις ασημένιαις πάλαις,
τοις πέντε αράδες τα κουμπιά, τοις έξι τα τσαπράζια,
οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.
Καβάλλα τρώνε το ψωμί, καβάλλα πολεμάνε,
καβάλλα πάν ‘ς την εκκλησιά, καβάλλα προσκυνάνε,
καβάλλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι.
Φλωριά ρήχνουν ‘ς την Παναγιά, φλωριά ρήχνουν ‘ς τους άγιους,
και ‘ς τον αφέντη το Χριστό τοις ασημένιαις πάλαις.
“Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.”
Κι’ ό Θοδωράκης μίλησε, κι’ ο Θοδωράκης λέει:
“Τούτ’ οι χαραίς που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν.
Απόψ’ είδα ‘ς τον ύπνο μου, ‘ς την υπνοφαντασιά μου,
θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.
Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε.
Σύρε, Γιώργο μ’, ‘ς τον τόπο σου, Νικήτα, ‘ς το Λοντάρι,
εγώ παου ‘ς την Καρύταινα, πάου ‘ς τους εδικούς μου,
ν’ αφήκω τη διαθήκη μου και τοις παραγγολαίς μου,
τι θα περάσω θάλασσα, ‘ς τη Ζάκυνθο θα πάω.”

 

 

β) εκείνα που περιγράφουν γενικότερα την κλέφτικη ζωή, όπως ο φυσικός θάνατος, η αναμονή της Άνοιξης, η φροντίδα των όπλων κλπ. Πχ:

 

 

ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΑ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΑ

 

 

Στίχοι:

 

Μάνα μου, τα- μάνα μου, τα κλεφτόπουλα
Τρώνε και τραγουδάνε, άιντε, πίνουν και γλεντάνε
Μα ΄(έ)να μικρό, μα ΄να μικρό κλεφτόπουλο
Δεν παίζει, δε γελάει, ούτε πίνιε ούτε γλεντάει
Μόν΄ τ΄ άρματα, μον΄τ άρματα του κοίταζε
Του ντουφεκιού του λέει, γειά σου, Κίτσο μου λεβέντη
Πολλές φορές, πολλές φορές με γλίτωσες
απ΄του εχθρου τα χέρια τα σπαθιά και τα μαχαίρια

 

Η πρώτη κατηγορία είναι αρχαιότερη. Τα τραγούδια της δημιουργούνται την εποχή της δράσης των προσώπων που περιγράφουν. Οι περιγραφές που δίνουν είναι μέσα στο φυσικό μέτρο, χωρίς υπερβολές. Η δεύτερη περιέχει μεταγενέστερα δημιουργήματα, με λυρικές περιγραφές, απόσταγμα της εμπειρίας του βίου των κλεφτών.

 

 

Η μορφή αυτών τραγουδιών παρουσιάζει επικό πλάτος. Υπάρχουν δραματικές περιγραφές εικόνων που εναλλάσσονται γρήγορα. Ορισμένα άσματα του είδους αυτού, τραγουδιούνται σε ελεύθερο ρυθμό (της τάβλας, καθιστικά και άλλες παρόμοιες ονομασίες). Άλλα έχουν σταθερό ρυθμό κι είναι χορευτικά.

Όπως τα περισσότερα τραγούδια, έτσι και τα κλέφτικα είναι άρρηκτα δεμένα με τη ζωή που περιγράφουν. Δεν είναι απλώς πνευματικά δημιουργήματα, κείμενα με μουσική ή λογοτεχνική αξία. Εδώ η πνευματικότητα πάει μαζί με την πραγματικότητα. Συνεπώς, ο μόνος τρόπος να τα νιώσει κανείς και να τα αξιολογήσει σωστά είναι να κατανοήσει και να βιώσει όσο γίνεται το περιβάλλον στο οποίο αναφέρονται.

Παραθέτουμε δυο πολύ γνωστά κλέφτικα τραγούδια:

 

 

 

 

ΟΛΥΜΠΟΣ ΚΑΙ ΚΙΣΑΒΟΣ

 

 

Στίχοι:

 

Ο Όλυμπος κι’ ο Κίσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρήξη τη βροχή, το ποιο να ρήξη χιόνι.
Ο Κίσαβος ρήχνει βροχή κι’ ο Όλυμπος το χιόνι.
Γυρίζει τότ’ ο Όλυμπος και λέγει του Κισάβου.
“Μη με μαλώνης, Κίσαβε, μπρε τουρκοπατημένε,
που σε πατάει η Κονιαριά κ’ οι Λαρσινοί αγάδες.
Εγώ ειμ’ ο γέρος Όλυμπος ‘ς τον κόσμο ξακουσμένος,
έχω σαράντα δυο κορφαίς κ’ εξήντα δυο βρυσούλαις,
κάθε κορφή και φλάμπουρο κάθε κλαδί και κλέφτης.
Κι’ όταν το παίρν’ η άνοιξη κι’ ανοίγουν τα κλαδάκια,
γεμίζουν τα βουνά κλεφτιά και τα λαγκάδια σκλάβους.
Έχω και το χρυσόν αϊτό, το χρυσοπλουμισμένο,
πάνω ‘ς την πέτρα κάθεται και με τον ήλιο λέγει:
-“Ήλιε μ’, δεν κρους ταποταχύ, μόν’ κρους το μεσημέρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου, τα νυχοπόδαρά μου;”.
 

 

ΤΟΥ ΚΙΤΣΟΥ Η ΜΑΝΑ

 

 

Στίχοι:

 

Του Κίτσου η μάννα κάθουνταν ‘ς την άκρη ‘ς το ποτάμι,
με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.
“Ποτάμι, για λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω,
για να περάσω αντίπερα, ‘ς τα κλέφτικα λημέρια,
πόχουν οι κλέφταις σύνοδο κι’ όλοι οι καπεταναίοι.”

Τον Κίτσο τόνε πιάσανε και πάν να τον κρεμάσουν,
χίλιοι τον πάν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω,
κι’ ολοξοπίσω πάγαινε νη δόλια του η μαννούλα.
“Κίτσο μου, που είναι τάρματα, που τα χεις τα τσαπράζια,
τοις πέντε αράδαις τα κουμπιά τα φλωροκαπνισμένα;
-Μάννα λωλή, μάννα τρελλη, μάννα ξεμυαλισμένη,
μάννα, δεν κλαις τα νιάτα μου, δεν κλαις τη λεβεντιά μου,
μόν’ κλαις τάρημα τάρματα, τάρημα τα τσαπράζια;”

 

 

Advertisements