Γενικά – προέλευση ελληνικού δημοτικού τραγουδιού

Metnin Türkçe versiyonu için lütfen burayı tıklayınız

 

 

ΓΕΝΙΚΑ:

To δημοτικό τραγούδι είναι ομαδικό δημιούργημα. Δεν φέρει το κάθε άσμα υπογραφή δημιουργού. Ένας άνθρωπος εμπνέεται από κάποιο γεγονός, ιδέα ή κατάσταση και δημιουργεί ένα τραγούδι, το οποίο στη συνέχεια θα μοιραστεί με την κοινότητά του σε κάποια περίσταση: γάμο, γλέντι, πανηγύρι κ.ά. Αν τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας συγκινηθούν από αυτό το άσμα, θα το κάνουν δικό τους, συνήθως παραλλάσαντας το. Υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα το τραγούδι αυτό να ταξιδέψει σε διάφορες περιοχές, όπου σε κάθε περιοχή θα εμφανίζεται και με διαφορετική παραλλαγή.

Στις πρωτόγονες κοινωνίες, ο ρόλος του δημοτικού τραγουδιού ήταν να βοηθήσει το μεγάλωμα των φυτών, την κίνηση των πλανητών, την πρόκληση βροχής, την νίκη στον πόλεμο κ.ά. Η όρχηση ήταν αναπόσπαστο μέρος του τελετουργικού που το συνόδευε. Φαίνεται πως η όρχηση ήταν η αφετηρία του δημοτικού τραγουδιού.

Έτσι λοιπόν, το δημοτικό τραγούδι είναι γνήσια έκφραση του ψυχικού κόσμου του λαού, αφού ο τελευταίος είναι εκείνος που απεργάζεται την τελική μορφή του. Όσα άσματα δημιουργούνται από κάποιο μέλος της ομάδας και δεν αγγίζουν τους υπόλοιπους, αποδεικνύονται θνησιγενή.

Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν είναι ορισμένες συνθέσεις που δημιουργήθηκαν από λόγιους, οι οποίοι ανήκαν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Ο λαός υιοθέτησε πολλές τέτοιες δημιουργίες, τις οποίες μετέτρεψε κατά την αισθητική του. Αυτό είναι κάτι που συνέβη όχι μόνο στη μουσική, αλλά και σε άλλα είδη της λαϊκής φιλολογίας όπως το παραμύθι και το αίνιγμα. Η πολιτιστική αυθυπαρξία του απλού κόσμου δέχτηκε σε κάποιες περιπτώσεις και εξωτερικές επιρροές.

Κύριος παράγοντας όμως για την ανάπτυξη της δημοτικής ποίησης είναι η κλειστή κοινωνία. Ως εκ τούτου συναντάμε ιδιαίτερη λαϊκή τέχνη των διαφόρων περιοχών, κάθε μια εκ των οποίων έχει την δική της ομοιομορφία.

Βλέπουμε συχνά πολλές παραλλαγές ενός τραγουδιού. Αυτές δημιουργήθηκαν είτε λόγω της επεξεργασίας του από τα μέλη της ίδιας κοινότητας, είτε λόγω του ταξιδιού του σε άλλες περιοχές. Υπάρχουν διαφορές στον αριθμό των στίχων και στα εκφραστικά μέσα του κειμένου. Επίσης, κάτι που συμβαίνει αρκετές φορές είναι ο συμφυρμός: συνδέονται στο τραγούδι στίχοι από συγγενείς σκοπούς. Ακόμα, σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε μετατροπή του κειμένου ενός άσματος σύμφωνα με μεταγενέστερες περιστάσεις (Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, σ. 34, Αθήνα 1975). Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το Κρητικό τραγούδι για την πολιορκία της Ρόδου από τους Τούρκους (1522).

– Ούλες οι χώρες χαίρονται κι ούλες καλή καρδιά ‘χουν
μα η Ρόδο η βαριόμοιρη στέκ’ αποσφαλισμένη

(Anton. Jeannaraki, Κρητικά άσματα, Leipzig 1876, σ. 4)

το οποίο μετατράπηκε ως εξής:

-Όλα τα Δωδεκάνησα στέκουν αναπαμένα
κι η Πάρος η βαριόμοιρη στέκετ’ αποκλεισμένη…

(Betr. Bouvier, Δημοτικά τραγούδια από χειρόγρ. Της Μονής Ιβήρων, Αθήνα 1960, σ. 12, αρ. 7. Βλ. Και σ. 41).

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ:

Οι ρίζες του Ελληνικού δημοτικού τραγουδιού βρίσκονται στην Ελληνική Αρχαιότητα. Η άποψη αυτή εκφράζεται κυρίως από τον Γάλλο νεοελληνιστή C. Fauriel και από τον Σ. Κυριακίδη. O Claude Fauriel, στην συλλογή ελληνικών τραγουδιών που εξέδωσε το 1824 χρονολόγησε τα τραγούδια του από τον 16ο αιώνα και πριν. Ανέφερε ότι υπήρχαν δημοτικά τραγούδια σε υστεροβυζαντινά μυθιστορήματα (Βέλανδρος και Χρυσάντζα, Λίβιστρος και Ροδάμνη). Ακόμα, αναφέρει ότι ο όρος τραγούδι απαντάται τον 8ο μ.Χ. αιώνα, όμως η δημοτική μουσική δεν είναι δυνατόν να δημιουργήθηκε ξαφνικά τον Μεσαίωνα. Ακόμα, καθώς δεν βρίσκει ο ίδιος σαφή χρονολόγηση πρώτης δημιουργίας δημοτικού τραγουδιού, το θεωρεί φυσική εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού. Σε αυτό συνηγορεί και η παράθεση από τον Fauriel μαρτυριών για το αρχαίο ελληνικό δημοτικό τραγούδι, πολλές από τις κατηγορίες του οποίου αντιστοιχούν σε κατηγορίες της νεώτερης δημοτικής μας ποίησης. Τα αρχαία τραγούδια λοιπόν χωρίζονται σε: εργατικά, συμποτικά, γαμήλια, μοιρολόγια, αγερμικά με μαγικό χαρακτήρα κ.ά., με τις ονομασίες: επιμύλιος ωδή, έλινος, Λιτνέρσης, βουκολιασμός, καταβαυκάλησις, Υμέναιος, ολοφυρμός, άνθεμα, χελιδόνισμα, κορώνισμα κλπ (Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, σ. 7, Αθήνα 1975).

Θα μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα για τα εξής:

α) Εργατικά:

1. Η επιμύλιος ωδή. Τραγουδιέται κατά την εργασία με χερόμυλο.

Άλει μύλα άλει
και γαρ Πιττακός άλει, μεγάλας
Μυτιλάνας βασιλεύων
από Πλουτ., των επτά σοφών συμπόσιον, 14 Πρβλ. Και Αιλιανού, Ποικ. Ιστ. Ζ’, 4 (Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, σ. 7, Αθήνα 1975).

2. Ο ιμαίος, ο οποίος τραγουδιόταν κατά την άντληση νερού.

3. Η υφαντική ήταν πάντα μια περίσταση κατά την οποία υπήρχαν εργατικά τραγούδια. Αναφορές έχουμε στην Οδύσσεια του Ομήρου (νησί της Κίρκης, Πηνελόπη), καθώς και σε απόσπασμα του Δράματος “Υψιπύλη” του Ευριπίδη. Αυτά τα άσματα ονομάζονταν Αίλινος και λίνος. Το δεύτερο φαίνεται πως ήταν και θρηνητικό, αδόμενο κατά την ώρα της ύφανσης – έθιμο που υπάρχει ακόμα στη Μάνη. Να σημειωθεί ότι αρκετά πένθιμα τραγούδια απαντώνται και σε άλλες φάσεις της ζωής, εκτός της στιγμής που θρηνούμε τον νεκρό.

4. Ο Ίουλος είναι ύμνος στην θεά Δήμητρα. Το όνομά του ύμνου οφείλεται στα κομμάτια που μάζευαν οι θεριστές από τα στάχυα, τα οποία λέγονταν ίουλοι και ούλοι. Αργότερα, ονομάστηκε Ίουλος το τραγούδι των θεριστών, το οποίο ονομάζεται επίσης Λιτηρέρσης (Αθ. Δειπν. ΙΔ’, 10 p 619 Α. -Θεοκρ.. ειδυλλ. 10, 41 εξ. κλπ.). Μινωϊκή αγγειογραφία από την περιοχή της Αγίας Τριάδας της Κρήτης, που χρονολογείται το 1550-1500 π.Χ. και παρουσιάζει εργάτες, θεριστές και λιχνιστές να πηγαίνουν τραγουδώντας στον τόπο εργασίας τους, μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη της αρχαιότητας του τραγουδιού (Σπ. Μαρινάτος, Κρήτη και Μηκυναϊκός Πολιτισμός, Αθήνα 1959, αρ. 103-105. Ερμηνευτικές παρατηρήσεις σελ. 102-103).

5. Στα Ομηρικά Έπη απαντάται ο Λίνος τραγουδισμένος στις εργασίες του μαζέματος σταφυλιών. Το όνομα του άσματος προέρχεται από ένα μυθικό πρόσωπο, που υπήρξε αοιδός και δάσκαλος του Ορφέα και του Ηρακλή. Το επιλήνιο ήταν τραγούδι για το πάτημα των σταφυλιών.

6. Τραγούδι των βοσκών είναι ο βουκολιασμός. Πρώτος ποιητής του είδους ήταν ο βουκόλος (βοσκός) Δίομος ο Σικελιώτης (Αθηναίος (ΙΔ 10, p. 619a)).

7. Έχουμε επίσης μαρτυρίες για άσματα ναυτικά, οδοιπορικά.

8. Άσματα αγερμού: α) το χελιδόνισμα (Ρόδος), β) κορώνισμα (Κολοφώνα), γ) της ειρεσιώνης (Σάμος), δ) άσμα αγερμού γυναικών στην Δήλο που ήταν ύμνος στις Υπερβόρειες Παρθένους Ώπη και Άργη (Ηρόδοτος 4, 35), ε) άσματα μεταμφιεσμένων βουκολιαστών στη Σικελία (Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, σ. 10, Αθήνα 1975).

9. Σατιρικά άσματα, με τολμηρό και περιπαιχτικό περιεχόμενο που τα τραγουδούσαν επίσης τολμηρά μεταμφιεσμένοι στις γιορτές του Διονύσου. Αυτά έπαιξαν αργότερα ρόλο στη διαμόρφωση της κωμωδίας.

10. Τα σκόλια ήταν αυτοσχεδιασμοί σε συμπόσιο με συνοδεία λύρας.

11. Οι καταβαυκαλήσεις ήταν τα νανουρίσματα. Από τα αρχαιότερα είδη. Αναφορές έχουμε στον Θεόκριτο (ειδ. 24, στ.7 εξ.), στον Αθηναίο (Δειπν. ΙΔ’, p. 618 F), στον Σέφτο Εμπειρικό (προς μουσ. 7, 32, εκδ. Bekker, σ. 754, 31). Ανάλογη μαρτυρία έχουμε κι από τον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, σ. 10, Αθήνα 1975).

12. Θρησκευτικά άσματα αναφέρονται από τον Πλούταρχο (Κεφαλ. Καταγρ. 36). Γυναίκες στην Ηλεία τιμούν τον Διόνυσο.

Δεν λείπουν άλλες κατηγορίες: ερωτικά, επικά, γαμήλια, τα του Υμεναίου κ.ά.

Ύστερα από την αρχαιότητα, η ελληνική δημοτική ποίηση συνέχισε την πορεία της τα βυζαντινά χρόνια, ανανεώνοντας το περιεχόμενο και τη θεματολογία της. Η πορεία της φτάνει ως σήμερα. Η ιστορική συνέχεια του είδους φανερώνται από: α) όρους που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας όπως “τραγούδι” (“τραγωδία” στην Ποντιακή διάλεκτο), “παραλογή” και “καταλογή”, β) από τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο, γ) από τραγούδια νεώτερα που έχουν περιεχόμενο, τίτλους και υποθέσεις ίδιες με αντίστοιχα αρχαία τραγούδια. Η λέξη τραγούδι προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη τραγωδία. Η λέξη παραλογή προέρχεται από την λέξη παρακαταλογή, που σημαίνει μελοδραματική απαγγελία (Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, σ. 11, Αθήνα 1975). Ο όρος καταλόγι (δίστιχο, μοιρολόι, παροιμία κλπ, ανάλογα με την περιοχή στην οποία βρισκόμαστε) προέρχεται από τον αρχαίο όρο καταλογή, δηλαδή απαγγελία απλή, χωρίς να υπάρχει μελωδία στα λόγια. Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος στίχος, από τους πιο συνηθισμένους, φαίνεται πως προέρχεται από το ιαμβικό καταληκτικό τετράμετρο.

Αξίζει να αναφερθεί η δημιουργία ενός θεατρικού είδους κατά τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες, του τραγικού παντόμιμου. Αυτό εμφανίστηκε μέσα στο Ρωμαϊκό κράτος και προέρχεται από την αρχαία τραγωδία. Ήταν ορχηστρική τραγωδία, συνοδευόμενη από τραγούδια επικολυρικού χαρακτήρα με μυθικό ή τραγικό θέμα. Αυτό το είδος θεάτρου είχε μεγάλη διάδοση τον 4ο μ.Χ. Αιώνα και τα τραγούδια του ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή, αδόμενα σε διάφορες περιστάσεις του βίου (Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, σ. 12, Αθήνα 1975. Δείτε περισσότερα και Στίλπ. Π. Κυριακίδη, ένθ’ άν., σ.17 κ. εξ., σ. 44. Πρβλ. Του αυτού, Δημώδης ποίησις και ιστορία, Λαογρ., τόμ.12 (1938-48), σ.473). Σχετική μαρτυρία για την διάδοσή τους έχουμε κι από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο (Migne, Patr.Gr., 60, 90 και Μigne Patr. Gr., 61, 105), o οποίος τα αναφέρει ως τολμηρά.

O Στ. Κυριακίδης συνδέει αυτά τα τραγούδια με τις παραλογές της νεώτερης εποχής. Οι παραλογές είναι αφηγηματικό είδος τραγουδιού με λυρικά και δραματικά χαρακτηριστικά.

Στις γαμήλιες γιορτές, οι οποίες διαρκούσαν αρκετές ημέρες, όπως και σε χορούς και πανηγύρια, το γλέντι συνοδευόταν από μουσική και χορό. Ορχηστικές τραγωδίες μαζί με τα συνοδευτικά τραγούδια τους παίζονταν σε αυτές τις περιστάσεις. Αρκετά από αυτά σώθηκαν στα επόμενα χρόνια ως τραγούδια του γάμου κλπ (Στίλπ. Π. Κυριακίδου, Αι ιστορ. Αρχαί, σ. 18-19).

Εκτός των παραλογών, των οποίων η προέλευση ανάγεται στην πρώτη Βυζαντινή περίοδο, υπήρχαν κι άλλες κατηγορίες ελληνικού δημοτικού τραγουδιού στο Μεσαίωνα: άσματα λυρικού περιεχομένου, ερωτικά, μοιρολόγια, λατρευτικά. Σκωπτικά, γνωμικά κ.ά. Τα Ακριτικά κάνουν την εμφάνισή τους τον 9ο αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για τραγούδια με ηρωικό περιεχόμενο, τα οποία εμφανίζονται στις συνοριακές περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ανδρέας Χανιώτης, Μουσικός -Απόφοιτος Τμήματος Μουσικών Σπουδών ΕΚΠΑ

ΠΗΓΕΣ:

Π.Δ. Μαστροδημήτρης, Η ποίηση του Νέου Ελληνισμού, Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1994

Γ.Κ. Σπυριδάκης, Ελληνική Λαογραφία, τεύχος Δ’, Αθήνα 1975.

Eρατ. Γ. Καψωμένος, Δημοτικό τραγούδι – Μια διαφορετική προσέγγιση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1999 (5η έκδοση).

Γρηγ. Μ. Σηφάκης, Για μια ποιητική του Δημοτικού τραγουδιού, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης Ηράκλειο 1998.

Σωκρ. Λ. Σκαρτσής, Το δημοτικό τραγούδι, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1985.

Πρακτικά Τέταρτου Συμποσίου Ποίησης, Αφιέρωμα στο Δημοτικό τραγούδι, Πανεπιστήμιο Πατρών, Ιούλιος 1984, Γνώση, Αθήνα, 1985.

http://www.tsouchlarakis.com/tragoudia.htm

Advertisements